ΓΥΡΩ ΑΠΟ
ΤΗΝ «ΑΝΑΤΟΛΗ»
Πόσα χρόνια!
Πόσοι καιροί!
Πόσοι αγώνες!
Πόσοι πόνοι!
και τόσο
λιγοστές χαρές
από κείνο το
δειλινό του 1908
που ανέβαινα το
δρομάκι της
οδού Οικονόμου
με τον Τάκη τον
Ταγκόπουλο να
γνωρίσω τη
χαροκαμένη
Μάνα, τη Μάνα
του Γιάννη
Καμπύση!
Κι
όταν εκείνη μου
χάρισε τα έργα
του, που τα
περισσότερα η
ίδια με το
υστέρημά της
είχεν εκδόσει,
το πρώτο που
μίλησε στη
μουσική μου
φαντασία ήταν
το μικρό του
μονόπραχτο «Ανατολή»,
και θέλησα να
το βάλω σε
μουσική. Όμως
γλήγορα
ένοιωσα πως
κάτι μούλειπε
τότες για να το
πραγματοποιήσω.
Εξ άλλου και το
εργάκι μου
φαινόντανε
δυσκολοπρόσφερτο
στο μουσικό
φτερούγισμα
και
απροσάρμοστο
στου ρυθμού και
της μελωδίας
τους νόμους και
τις επιταγές.
Έτσι ταχειά
άλλα θεατρικά
δημιουργήματα
με τραβήξανε
μέσα στην
ποιητική και τη
δραματική τους
κυκλωσιά. Ο «Πρωτομάστορας
του Καζαντζάκη,
αργότερα το «Δαχτυλίδι
της Μάνας» του
ίδιου του
Καμπύση με
συνεπήρανε και
για αρκετά
χρόνια
απασχολήσανε
το μουσικό μου
οργασμό.
Μαζύ μ΄αυτά
τα συμφωνητικά
μου έργα, οι «Ιαμβοι
και Ανάπαιστοι»,
το Τρίο μου,
παραμέρισαν
ολότελα την «Ανατολή»
από το θυμητικό
μου, ίσως και οι
ταλαιπωρίες
και οι
δοκιμασίες,
ηθικές και
υλικές που
πέρασα με τα
διάφορα
ανεβάσματα από
τα δυο γνωστά
μου
μουσικοθεατρικά
έργα, να μ’
έκαναν να μην
τολμώ να
καταπιαστώ με
άλλο
μουσικόδραμα ή
μελόδραμα.
Κάποτε όμως,
ύστερα από
χρόνια και
καιρούς, και
ήτανε θαρώ το
καλοκαίρι του 1934,
ξαναβρέθηκε η «Ανατολή
να φτερουγάει
μπρος στης
ψυχής μου, την
καλύβα σαν ένα
πουλάκι
κυνηγημένο από
το
χειμωνιάτικο
βοριά, να
χτυπάει τα
τζάμια ενός
χαμηλού
σπιτιού
γυρεύοντας
άσυλο και
ζεστασιά. Κι
άνοιξα το
παράθυρο κ’ η «Ανατολή»
βρέθηκε πάλι
θρονιασμένη
μέσα στα βάθη
του είναι μου.
Και βάλθηκα
να την
τραγουδίσω.
Όμως γρήγορα
ένας
καινούριος
απόμακρος
σκοπός με μιαν
επιταχτική και
ορμητική διάτα
βάλθηκε να με
κάνει να σωπάσω
το τραγούδι της.
Το κοντσέρτο
μου για πιάνο
και ορχήστρα
που κι αυτό από
χρόνια πολλά
βασάνιζε το
θυμητικό μου,
με συνεπήρε
ξάφνου κι από
τις αρχές του 1935
παραμέρισε
κάθε άλλη μου
σκέψη ως που να
το υλοποιήσω
μουσικά.
Ύστερα άλλοι
πόνοι κι άλλοι
καημοί
τραβήξανε τη
μουσική μου
έμπνεψη μακριά
απ’ την «Ανατολή»,
και σε λίγο οι
τραγικές
ημέρες του 1940 - 1944
μου φέρανε τους
«Καημούς και τη
ζωή του Καπετάν
Λύρα», το «Θάνατο
της
Αντρειωμένης»,
κι ο Παλαμάς
ξαναζωντάνεψε
μπροστά μου με
καινούργιες
σειρές από
τραγούδια του
που αναβλύσανε
μουσικά μέσα
από την ψυχή
μου. Και
κρατήσανε
σχεδόν
αποκλειστικά
τα χτυποκάρδια
μου για δυο
περίπου χρόνια
μέσα στην
Παλαμική
μεγαλουργία.
Όμως την «Ανατολή»
όσο και να την
είχα
παραμερίσει
δεν την
αποξεχνούσα
και δεν την
απόδιωχνα από
το φτωχικό μου
μουσικό καλύβι.
Κάπου κάπου
ξαναγυρνούσα
σε δαύτη και
λιγόσταγα
προχωρούσα με
βήμα σημειωτό
στη μουσική της
αναφτέρωση. Ως
το Νοέμβρη του 1944,
δέκα ολάκαιρα χρόνια, δεν
είχα
ολοκληρώσει
ούτε το ένα
έχτο από το όλο
έργο.
Κι ήρθε ο
Δεκέμβρης του 1944.
Κλεισμένος στο
σπιτάκι μου του
Φαλήρου δόθηκα
όλος στην «Ανατολή»
κ’ η Μάρω, η δειλή
κι αγνή κοπέλλα
που ξαγρυπνάει
άφοβη κι
ατρόμητη για να
ξεμαρμαρώση το
μαρμαρωμένο
Βασιλόπουλο
και να του
ξαναδώσει πάλι
νιάτα και ζωή»,
μου φάνταζε σαν
ένα σύμβολο,
σαν το σύμβολο
του καημού που
φλογίζει όλους
όσους πονέσανε
για την Ελλάδα
και την
Ελληνικήν ιδέα,
για το
ξεμαρμάρωμα
της Ελληνικής
ψυχής, της
Ελληνικής
Πατρίδας και
ποθοπλαντάζανε
να χαρούνε την
καινούρια της
ζωή και τα
νιάτα. Ενιωσα
όμως σύγκαιρα
πως εκείνο που
με σταματούσε
τόσα χρόνια να
προχωρήσω στην
ολοκλήρωση του
έργου ήτανε η
Νιτσεϊκή
ατμόσφαιρά του
και ιδίως το
Νιτσεϊκό του
τέλος που ίσια
ίσια τα όσα
φριχτά ζήσαμε
τα απαίσια αυτά
χρόνια και που
εξακολουθούσαμε
να ζούμε μου το
έκανε ακόμα πιο
αποκρουστικό.
Κι άστραφε μέσα
στις
μανιασμένες
Δεκεμβριανές
και
μεταδεκεμβριανές
μέρες, και μέσα
στη σκοτεινιά
του μίσους που
έδερνε και
δέρνει όχι μόνο
τον τόπο μας
αλλά και όλο
τον κόσμο,
μπρος στα
θαμπωμένα
μάτια της ψυχής
μου ο Ύμνος της
Αγάπης που εγώ
ταπεινός
μουσικός κι
απλοϊκός
τραγουδιστής
θέλησα να τον
στήσω λυχνάρι
μικρό
παρηγοριάς κι
αγάπης μέσα
στην άγρια
νυχτιά που μας
σκεπάζει,
αλλάζοντας
ριζικά το τέλος
του έργου.
Το ξέρω πως η
φωνή μου μικρή
κι αδύναμη και
το λυχνάρι
τρεμοσβύνει, κι
ούτε που
προσμένω τη
φωνή μου ν’
ακουστή μέσα
στη
βαρυχειμωνιά
ούτε και το
λυχνάρι να
φωτίσει τα
φοβερά
σκοτάδια. Όμως
ο καημός ενός
τεχνίτη που
προσπαθεί όσο
του δίνεται να
μένη πάνω από
την άγρια
μάνητα των
παθών κι αν δεν
πρόκειται να
συγκινήση και
να συγκλονίση
κανένα δε θα
πει πως δεν
πρέπει να
εκδηλωθή.
Ο κάθε
καλλιτέχνης
έχει μέσα του κ’
ένα Δον Κιχώτη
που τον κάνει
να πιστεύη πως
μπορεί να
καταπιαστή με
το μεγάλο και τ’
ακατόρθωτο.
Ετσι κ’ η «Ανατολή»
όπως τη
διαμόρφωσα
τελικά εγώ
ποιητικά και
μουσικά, σαν
ένα ξέσπασμα
όλου του είναι
μου ίσως να
ζητάει ν’
αποδώσει πολύ
περισσότερα απ’
όσα η συνθετική
δυναμικότητα
μου μπορεί να
υλοποιήση. Όμως
πάντα νομίζω
πως θα μείνη
σαν ένα έργο
που ο
δημιουργός του
δούλεψε
αυθόρμητα,
ειλικρινά και
από απόλυτη
εσωτερική
παρόρμηση.
Από την
παρόρμηση αυτή
και από την
οικονομία του
έργου βγήκανε,
χωρίς από την
αρχή να βάλω
καθορισμένο
πρόγραμμα ή «συνταγή»
κανενός είδους,
μερικοί
τεχνικοί
σχηματισμοί
που πέρνουνε
τώρα έτσι όπως
τις βλέπω, τον
χαρακτήρα
κάποιων
τολμημάτων και
νεωτερισμών.
Τέτοια είναι
η
χρησιμοποίηση
της χορωδίας σε
μερικά σημεία
του έργου και
ιδίως στην αρχή,
σαν οργανικό
μέρος της
ορχήστρας που μ’
αυτήν αποτελεί
ένα αδιαίρετο
σύνολο.
Η
αντικατάσταση
του Βαγνερικού
εξαγγελτικού
μοτίβου με τους
«Χαραχτηριστικούς
σκοπούς» που
όσο κι αν
συγγενεύουν με
τα εξαγγελτικά
μοτίβα,
πέρνουνε τη
μορφή τους κι
από του
καραγκιόζη
τους «χαραχτηριστικούς
σκοπούς» που
τραγουδάνε οι
ήρωες όπως λ.χ. ο
Σιόρ - Νιόνος, ή ο
Μπαρμπα -
Γιώργος πριν
εμφανιστούνε
στη σκηνή, με το
χαραχτηριστικό
τους σκοπό.
Στην «Ανατολή»
το Βασιλόπουλο,
η Βασίλισσα, ο
Ρήγας, η Λάμια,
οι Κουρσάροι,
τραγουδάνε το
χαρακτηριστικό
τους σκοπό που
δίνει το χρώμα
και το ύφος
στην κατοπινή
εξέλιξη του
έργου και των
προσώπων. Ο
χαρακτηριστικός
σκοπός της
Μάρως πάλι
ακούγεται
πρώτα στην
ορχήστρα και
πλησιάζει
περισσότερο με
το εξαγγελικό
Βαγνερικό
μοτίβο ενώ η
Αραπίνα
ξετυλίγει το
δικό της από το
τραγούδι των
Κουρσάρων που
αυτό
συγγενεύει
στενά με το
κουρσάρικο
μοτίβο από ένα
μου νεανικό
έργο για πιάνο,
την 1η μου
Μπαλάντα στους
στίχους του V. Hugo
«Dans
la gallere
capitane
nous etions quatre
vingt rameurs».
Κάτι άλλο που
ίσως θάπρεπε να
προσεχτή στην «Ανατολή»
είναι η «ομιλητική
μελωδία» που
αντικαθιστά το
ρεστιτατίβο
της παληάς
όπερας και την
ατέλειωτη
μελωδία του
Βαγνερικού
μουσικού
δράματος. Η
ομιλητική
μελωδία
υποβαστάζει τη
δράση ως που να
έρθουν τα
μεγάλα λυρικά
και δραματικά
ξεσπάσματα ν’
απλωθούνε στις
φωνές και την
ορχήστρα.
Αν σ’ αυτά
προστέσωμε τη
διαφορετική κ’
ελαφρότερη
τεχνοτροπία
της
ενορχήστρωσης
και την καθαρά
στατική και
ορατοριακή
τεχνική του «Ύμνου
της αγάπης», θα
δούμε πως η «Ανατολή»
διαφέρει σε
πολλά σημεία
από τα δυο
προηγούμενα
μουσικοδραματικά
μου έργα, τον «Πρωτομάστορα»
και το «Δαχτυλίδι
της Μάνας». Δεν
ξέρω αν αυτό θα
βγη για καλό ή
για κακό του
έργου. Πιστεύω
όμως πως ο
τεχνίτης δεν
μπορεί να μείνη
στατικός ούτε
στην έμπνεψη,
ούτε στην
τεχνική του.
Όπως η ψυχή μας
ξετυλίγεται
έτσι και η
τέχνη και η
έμπνεψή μας
πρέπει να
ξαναζωντανεύη
και κάποια Μάρω
κάθε τόσο, να
την
ξεμαρμαρόνει
και να την
ξανανιόνει.
Μια
τελευταία
εξήγηση νομίζω
πως θάπρεπε να
δώσω σε κάποιο
ερώτημα που θα
μπορούσε να
προβληθή.
Είναι ή δεν
είναι ελληνική
η μουσική της
Ανατολής;
Είναι όσο και
όλη η άλλη μου
μουσική
δημιουργία.
Η μουσική μου,
η οποία και όση
μουσική μου
δημιουργία αν
πιστεύω πως
κλείνει μέσα
της κάτι από
την Ελληνική
μουσική ψυχή,
δεν είναι γιατί
στην
επεξεργασία
της
μεταχειρίζεται
το Ελληνικό
δημοτικό
τραγούδι ή
γιατί γράφεται
απάνω σε
καθορισμένο
τεχνικό
πρόγραμμα και
σε μουσικές «συνταγές»
που θα θέλανε
να
προσδιορίσουνε
το Ελληνικό
χρώμα.
Σ’ όλο μου το
μουσικό έργο,
άλλωστε,
αντίθετα από
ότι πιστεύει ο
πολύς κόσμος,
ελάχιστα είναι
τα ελληνικά
δημοτικά
τραγούδια που
έχω
χρησιμοποιήσει
και αυτά
διακοσμητικά ή
επεισοδιακά.
Στην «Ανατολή»
μάλιστα που δεν
το έφερνε η
υπόθεση, ούτε
ένα δε
μεταχειρίζομαι.
Αλλού
βρίσκεται κατά
τη γνώμη μου η
κάποια και
όποια
Ελληνικότητα
της μουσικής σ’
ένα συνθέτη
όπως και σ’ ένα
ποιητή. Στην
ελληνικότητα
της ψυχής του.
Να έχει κλείσει
την Ελλάδα στην
ψυχή του, όπως
λεει ο ποιητής,
για να νοιώση ν’
αναδεύονται οι
μελωδίες και οι
ρυθμοί οι
Ελληνικοί, όχι
αντιγράφοντας
το λαϊκό
τραγουδιστή, μα
συνεχίζοντας
τη δημιουργική
του γραμμή και
αφομοιώνοντας
τη βαθύτερη
αισθητική και
μουσική υφή των
μελωδικών και
ρυθμικών του
στοιχείων.
Έτσι θα
πλατύνει τα
όρια της
μουσικής του
έμπνεψης και θα
βρίσκει
αυθόρμητα τα
μελωδίσματα,
τους ρυθμούς,
τις αρμονίες
που θάχουνε
τόση σχέση με
την Ελληνική
λαϊκή μουσική,
όση έχει ο
στίχος του
Παλαμά με το
δεκαπεντασύλλαβο
του δημοτικού
τραγουδιού.
Ιδιαίτερα
στην «Ανατολή»
οι πεντάσημοι
και πριν απ’ όλα
οι εφτάσημοι
χαραχτηριστικοί
της Ελληνικής
μουσικής
ρυθμοί
παίρνουνε
κάποιο πλάτεμα
που νομίζω πως
πρώτη φορά στην
έχταση αυτή
έχει
αποτολμηθή στη
διαμόρφωση της
μουσικής μας
γλώσσας.
Αυτά είχα να
πω για την όλη
σύλληψη και
απόδοση της «Ανατολής».
Έξω από το
μουσικό της
αναφτέρωμα
απετόλμησα να
καταπιαστώ και
με μια ριζική
της δραματική
και ποιητική
ανασκευή που
ξεπερνάει ίσως
τα όρια της
συνηθισμένης
διασκευής σε «λιμπρέττο».
Ας μου
συχωρεθεί το
τόλμημά μου
αυτό. Όπως ο
θεατρικός
συγγραφέας ο
αληθινός,
φαντάζομαι πως
πρέπει να «ζη» τα
πρόσωπά του και
να
παρακολουθεί
τις τύχες και
το ξετύλιγμά
τους, άλλο τόσο
κι ο θεατρικός
μουσικός
πρέπει να τα «ζη»
μουσικά και
ποιητικά και να
τα παρακολουθή
σε μιαν εξέλιξη
που να μην
μπορεί να
προκαθοριστεί
από την αρχή.
Έτσι τα πρόσωπά
μου παίρνοντας
για ξεκίνημα το
δραματάκι του
Καμπύση,
τραβήξανε ένα
δρόμο συχνά
διαφορετικό
από εκείνο που
είχε χαράξει ο
συγγραφέας. Στο
δρόμο τους
συναντήσανε κι
άλλες μορφές
που δεν
βρισκόντουσαν
μεσ’ στο
περίγυρο του
αρχικού έργου,
όπως τη «Λάμια»,
τον «Τυφλό
Βασιληά» ή τους «Κουρσάρους»
που γυρεύανε κι
αυτοί
επιταχτικά τη
μουσική τους
απόδωση από το
συνθέτη.
Αυτά, όσα
νομίζω πως
θάπρεπε να
λεχτούνε πριν
απ’ την
εχτέλεση της «Ανατολής».
Η εχτέλεση
αυτή θα κρίνει
αν δικαιώνεται
ή όχι ο
Συνθέτης της.
Όπως και να
΄χει μέσ’ στη
σημερινή
ανεμοζάλη που
ακόμα δέρνει
τον κόσμο και
ιδιαίτερα τη
μεγάλη όσο και
μαρτυρική μας
Πατρίδα,
πιστεύω πως
εμείς, οι κάθε
λογής τεχνίτες,
ανήμποροι και
στων όπλων την
κλαγγή και στης
πολιτικής τους
μαίανδρους, το
πιο χρήσιμο που
είχαμε και
έχωμε να κάνωμε
είναι να δίνωμε
στο Έθνος και
το λαό μας με
την Τέχνη μας,
ότι καλλίτερο
έχει η ψυχή του
και η ψυχή μας
με λογισμό και
μ’ όνειρο. Κι
αυτό
επροσπάθησα να
κάμω με την «Ανατολή».
ΠΑΛΗΟ ΦΑΛΗΡΟ,
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 1945