ΜΑΝΩΛΗ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΟΥΣΟΥΡΓΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΩΔΕΙΟΥ

ΤΟ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ

ΑΘΗΝΑ 1937

Η ΠΕΡΙ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑΤΟΣ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΝΘΕΑΤΡΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΜΑΪΟΥ

Τα μουσικά μας ζητήματα και ιδιαίτερα τα ζητήματα της Ελληνικής μουσικής δημιουργίας και μάλιστα της θεατρικής είναι τόσα πολλά, τόσο σοβαρά, τόσο ζωτικά που θα ‘πρεπε ίσως ν’ αποτελέσουνε το θέμα ενός ολοκλήρου συνεδρίου για να συζητηθούνε και να μελετηθούνε.

 Όμως όλα αυτά τα ζητήματα μπορούνε να συνοψισθούνε και να συμπυκνωθούνε σε ένα και μόνο: το  Μελόδραμα.  Δεν μπορεί να εννοηθεί μια σοβαρή μουσική κίνηση σ’ έναν τόπο χωρίς την ύπαρξη και τη λειτουργία ενός σοβαρού μουσικοδραματικού θεάτρου ή μελοδράματος, όπως επεκράτησε να λέμε, κι επειδή μια σοβαρή μελοδραματική οργάνωση είναι αδύνατο να λειτουργήσει χωρίς εξωτερικούς πόρους, χωρίς εξωτερική αρωγή, γι’ αυτό όταν μιλούμε για Μελόδραμα δεν μπορούμε να σκεφθούμε πως λειτουργεί ικανοποιητικά χωρίς την αρωγή και την αντίληψη του Κράτους.

Δυστυχώς ως τώρα η αντίληψη αυτή δεν υπήρξε. Το Κράτος που ενδιαφέρθηκε για τις συμφωνικές συναυλίες αγνόησε σχεδόν εντελώς την ύπαρξη, το αγώνα, τους καημούς και τους πόνους του μελοδραματικού κόσμου στην Ελλάδα που σύμβολο του ηρωικό, ο Λαυράγκας, επιμένει να κυματίζει επάνω από την ιδέα του Μελοδράματος σαν μια μπαρουτοκαπνισμένη Σημαία επάνω από τα συντρίμμια ενός Φρουρίου που το έδειραν όλες οι μπόρες κι οι αντάρες του εχθρού.

Έτσι η μουσική μας κίνηση παρουσιάζεται ανισοσκελής από το σκέλος της συμφωνικής μουσικής των συμφωνικών συναυλιών που αυτές πάσχουν από υπερτροφία, από ακρομεγαλία θα έλεγα, και ατροφική μέχρις ανυπαρξίας από το άλλο σκέλος της δραματικής μουσικής.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται πως έτσι δεν μπορεί η μουσική μας ζωή να εξελιχθεί και ούτε να προκόψει θα μπορέσει ποτέ. Τι να τα κάνωμε τα Ωδεία, τις μουσικές Σχολές, τα φωνητικά ταλέντα πρώτης γραμμής, που καθηγητές λαμπροί σκοτώνονται για να τα μορφώσουν για να κάθονται ύστερα στο καφενείο των Ολυμπίων να συζητούν περί τέχνης και συνταυτισμού της με την κορώνα και με το φιλάρισμα; Τι να τους κάνουμε τους συνθέτες μας τους λίγους, εννοώ αυτούς τους λιγοστούς που μετριούνται στα δάχτυλα και που έχουν το ηρωισμό να εργάζονται, να εμπνέονται και να γράφουν μελοδράματα για να ξέρουν πως τα έργα τους δεν θα δούνε το φως του προσκηνίου, πως οι αρμονίες τους βουβές θα μένουνε κρυμμένες μέσα στα κατάβαθα της ψυχής τους, εκτός πια αν επιχειρήσουν να τ’ ανεβάσουν οι ίδιοι με δική τους καλλιτεχνική και οικονομική ευθύνη. Τότε θα ξοδέψουνε περιουσία ολόκληρη, θα φθάσουνε να πουλήσουνε και το πιάνο τους ακόμη ή θα συμπράττουνε επί μήνες σε ορχήστρες από μπύρες και καφενεία για να πληρώσουνε τα ελλείμματα που θα τους έφερε η προσπάθειά τους αυτή. Κι όλα αυτά για να ακούσουνε, να δούνε, για λίγες, ελάχιστες βραδιές το έργο τους τη μουσική τους, που μέσα του έκλεισαν όλους του θησαυρούς της ψυχής και της καρδιάς τους να εκτελείται κατά τον πιο πρόχειρο και περισσότερες φορές καταστρεπτικό καλλιτεχνικά και ηθικά τρόπο.

Μιλάμε, κυρίες και κύριοι, για κρίση του Ελληνικού Θεάτρου του Δραματικού και του Λυρικού, για το σοβαρό μουσικό Θέατρο δεν υπάρχει κρίση, υπάρχει ανυπαρξία ή παραφροσύνη.

Και πρέπει να είναι ήρωες ή τρελοί οι Έλληνες τραγουδισταί που τραγουδώντας αγωνίζονται ούτε για το ανύπαρκτο γι’ αυτούς ψωμί αλλά ούτε και για τη δάφνη που αγωνιζόντανε οι αρχαίοι αγωνιστές αφού γι’ αμοιβή των κόπων τους παίρνουνε συχνά το χλευασμό, από τους διαφόρους σνομπ "ειδικούς" και μη με τους σολίστες της όπερας του Βερολίνου ή της Βιέννης, του Παρισιού ή του Μιλάνου. Και όμως οι όπερες αυτές δέχουνται τους τυραννισμένους, τους χλευασμένους αυτούς τραγουδιστές μας με ευμένεια και με θαυμασμό και τους ανοίγουνε τις πόρτες τους και τους προσλαμβάνουνε για μέλη τους τακτικά όπως ακόμη τώρα τελευταία έγινε με τη θαυμαστή ελληνίδα μεσόφωνο κ. Νικολαϊδου, και όπως ακριβώς σήμερα μαθαίνω πως έγινε για τον έξοχο βαθύφωνό μας Μοσχονά που προσελήφθη στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης.

Και πρέπει να είναι λίγο ήρωες ή τρελοί οι Έλληνες συνθέτες για να εξακολουθούν να εργάζονται και να χαρίζουνε στην Ελλάδα έργα που από την Διδώ  του Λαυράγκα, ως το χθεσινό Ερωτόκριτο του Αλμπέρτη αποτελούνε μια σειρά από θυσίες, από αγώνες, από κόπους και μόχθους που είναι αδύνατο να φανταστεί όποιος δεν έχει γνωρίσει άμεσα και από πολύ κοντά τη ζωή ενός Έλληνα συνθέτη. Βέβαια ενός συνθέτη που θέλει να μείνει πιστός στα καλλιτεχνικά του ιδανικά και προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι δικό του, κάτι βγαλμένο απ’ την καρδιά και την ψυχή του.

Ασφαλώς θα νομίζετε πως υπερβάλλω αυτή τη στιγμή και όμως δεν λέω παρά ένα μέρος από τη στεγνή κι αδυσώπητη πραγματικότητα.

Μιλάμε για ποσοστά, για εκμεταλλεύσεις των συγγραφέων στους άλλους θεατρικούς κλάδους και όμως όλοι εμείς από την Ένωση των Ελλήνων Μουσουργών θα τον θεωρούσαμε για μεγάλο ευεργέτης μας τον ανύπαρκτο για μας Μαικήνα ή επιχειρηματία ή εκμεταλλευτή που θα ανέβαζε ευπαρουσίαστα ένα μας μελοδραματικό έργο κι ας μη μας έδινε μια πεντάρα για ποσοστά κι ας πληρώναμε κι αρκετές χιλιάδες δραχμές για ν’ αντιγραφούν τα μέρη της ορχήστρας του έργου μας!

Για όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, η ίδρυση ενός μόνιμου σοβαρού Μελοδράματος στην Ελλάδα, δεν θα αποτελέσει ένα απλό μουσικό γεγονός, θα γίνει ο σημαντικότερος μουσικός σταθμό του τόπου, θα αναδημιουργήσει την όλη μας μουσική ζωή επάνω σε βάσεις γερές, ηθικές και υλικές και θα περισώσει τον κόπο κι όποιο μουσικό μας πολιτισμό που λίγοι Έλληνες μουσικοί και ορισμένα μουσικά ιδρύματα με αρκετές θυσίες κατόρθωσαν να φέρουν σε σχετικά ζηλευτό σημείο.

Η ίδρυσή του θα λύσει κατά το μέγιστο μέρος και το πρόβλημα της ανεργίας των βιοπαλαιστών μουσικών εκτελεστών που εξ αιτίας από τη γενική κρίση από τη γενική κρίση από τη μια μεριά και από την εισαγωγή του ηχητικού κινηματογράφου και των μεγαφώνων από την άλλη, περνούνε μια δυσχερέστατη περίοδο ανεργίας που κινδυνεύει να φέρει πολυάριθμες οικογένειες στην πενία και την εξαθλίωση.

Θα δώσει την ευκαιρία στα πολυάριθμα φωνητικά ταλέντα, που ευτυχώς αφθονούνε στην Ελλάδα, να εξελιχθούν σε πραγματικούς καλλιτέχνες, αντί να φυτοζωούν, όπως γίνεται σήμερα που δεν έχουνε μπροστά τους κανένα αξιόλογο επαγγελματικό στάδιο.

Θα επιτρέψει στους Έλληνας μουσουργούς να αφοσιωθούνε στη σύνθεση της ελληνικής δραματικής μουσικής απερίσπαστοι και ήσυχοι – εκτός πια αν και στο κρατικό μελόδραμα επικρατήσει η αρχή του εξωστρακισμού των ελληνικών έργων – και τέλος θα δώσει στην κοινωνία ένα από τα πιο προσφιλή θεάματα και ακροάματα του κοινού που και τον τουρισμό θα εξυπηρετήσει και το γενικότερο επίπεδο του καλλιτεχνικού μας πολιτισμού θα εξυψώσει και θα δώσει δουλειά σε πλήθος κόσμου που αποζεί απ’ ευθείας ή πλαγίως από θέατρο.

Ίσως όμως γεννηθούνε αμφιβολίες που συχνά άλλωστε ακούονται από τους Θωμάδες της Μελοδραματικής ιδίας, αμφιβολίες αν και κατά πόσον υπάρχουν ελληνικές καλλιτεχνικές δυνάμεις άξιες να συγκροτήσουν ένα βιώσιμο μελοδραματικό οργανισμό. Η γνώμη μου είναι πως οι δυνάμεις αυτές το έμψυχο αυτό  υλικό υπάρχει και είναι απόλυτα εξελίξιμο. Θα μου επιτρέψετε να τη δικαιολογήσω:

Το έμψυχο υλικό του μελοδράματος μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις μάλλον η τέσσερις κατηγορίες, τους ηθοποιούς τραγουδιστές – σολίστ, του μουσικούς της ορχήστρας, του χορωδούς, τα μέλη του μπαλέτου.

Η πρώτη κατηγορία ασφαλώς είναι και η σπουδαιότερη γιατί επάνω της θα βασιστεί η καλλιτεχνική οργάνωση ενός καλού μελοδραματικού συνόλου.

Ευτυχώς, όχι μόνο υπάρχει αυτό το υλικό, ικανοποιητικό για τους πρώτους ρόλους και εξαιρετικά καλό για τους δεύτερους, αλλά υπάρχει σε τέτοια αφθονία ώστε μάλλον θα έχωμε δυσκολίαν εκλογής μπροστά στην προσφορά που θα μας παρουσιαστεί. Υπάρχει το υλικό του παλιού μελοδράματος υπό το οποίον κυρίως οι άνδρες αν πειθαρχήσουν και μετεκπαιδευτούνε θα ανταποκριθούνε στις δυσκολότερες φωνητικές απαιτήσεις.

Υπάρχουν ακόμη οι νεότεροι μελοδραματικοί καλλιτέχνες που εφάνηκαν τα τελευταία χρόνια. Ορισμένοι από τους νέους αυτούς καλλιτέχνες έδειξαν αξιόλογα φωνητικά και σκηνικά προσόντα και έχουν ήδη επιβληθεί στη συνείδηση του μουσικού μας κοινού.

Υπάρχουν επίσης αρκετοί νέες και νέοι που απεφοίτησαν από τις μελοδραματικές σχολές των Ωδείων κι άλλοι που βρίσκονται στο εξωτερικό κι είχανε ήδη λαμπρές επιτυχίες σε ευρωπαϊκές λυρικές σκηνές και που αποτελούνε ένα πραγματικά πολύτιμο πυρήνα εμψύχου μελοδραματικού υλικού.

Όσον αφορά τους μουσικούς της ορχήστρας είναι νομίζω περιττόν να επεκταθώ ιδιαιτέρως αφού μουσικούς λαμπρούς και μεγάλης πείρας έχουμε αρκετούς όπως αποδεικνύουν οι συμφωνικές μας συναυλίες, ώστε και εδώ ασφαλώς θα έχομε αρκετήν ευχέρεια στην επιλογή του προσωπικού της ορχήστρας.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους μαέστρους – διευθυντές της ορχήστρας που είναι γνωστό πόσοι και ποιοι ξεχωρίζουνε.

Η τρίτη κατηγορία των χορωδών, παρουσιάζει κι αυτή αρκετό υλικό, δυστυχώς όμως, δεν είναι ούτε κατάλληλα προπονημένο ούτε και καλλιτεχνικά πειθαρχημένο.

Έχω όμως τη γνώμη πως εκτός από τους εξ επαγγέλματος χορωδούς από τους οποίους μερικοί, ιδίως άνδρες, αν μετεκπαιδευτούνε θα μπορούσανε να χρησιμοποιηθούνε στο νέο Μελόδραμα, θα ενίσχυαν σημαντικά το σχηματισμό μιας μελοδραματικής χορωδίας και στοιχεία από τις χορωδίες των  Ωδείων κι άλλες μόνιμες χορωδίες, καθώς και τις χορωδίες των μελοδραματικών ομίλων.

Όσον αφορά τα μπαλέτα δεν μπορεί βέβαια κανείς να ισχυριστεί πως στον τόπο μας έχουνε διαμορφωθεί ειδικοί καλλιτέχνες του μελοδραματικού μπαλέτου, τόσον όμως οι παραστάσεις του Βασιλικού Θεάτρου καθώς και μερικές του Μελοδραματικού Ομίλου και του Ελαφρού Λυρικού Θεάτρου απέδειξαν πως υπάρχει και εδώ αρκετό έμψυχο υλικό που αν διαπαιδαγωγηθεί θα μπορέσει ν’ αποτελέσει τον πυρήνα του μελοδραματικού  μπαλέτου, όταν μάλιστα μετακληθεί για λίγον καιρό ένα ξένος ειδικός καθηγητής μελοδραματικού μπαλέτου. Νομίζω πως με όσα εξέθεσα με κάποια προχειρότητα αποδεικνύεται πως ο τόπος μας έχει το απαιτούμενο έμψυχο καλλιτεχνικό υλικό για να οργανωθεί ένα πολύ ευπαρουσίαστο και άξιο της αποστολής του μόνιμο Κρατικό Μελόδραμα.

Ήδη θα μου επιτρέψετε να εξετάσω ένα σπουδαιότατο ζήτημα σχετικό με τη λειτουργία ενός τέτοιου μελοδράματος:

Το ζήτημα αυτό είναι ο βασικός τρόπος της λειτουργίας του. Αν πρέπει να είναι μόνιμο ή ημιμόνιμο η να εκτελεί κατά περιόδους χωρίς μόνιμο και πάγια οργάνωση (στατζιόνε).

Κατά τη γνώμη μου η μόνη γερή μελοδραματική οργάνωση που θα εξυπηρετήσει σοβαρά τη μουσική του τόπου και θα επιτρέψει μια συνεχή πρόοδο του νέου μας μελοδραματικού οργανισμού είναι η μόνιμη κατά το σύστημα μελοδραματικών οργανώσεων της Γερμανίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Τσεχοσλοβακίας. Δεν παραγνωρίζω πως στην Ιταλία κυρίως επικρατεί στα περισσότερα θέατρα το περιοδικό σύστημα (στατζιόνε) καθώς και το ημιμόνιμο σύστημα με μόνιμη οργάνωση μόνο ορισμένων στοιχείων του μελοδράματος και την πρόσληψη των άλλων όταν πρόκειται να αρχίσουν οι εκτελέσεις.

Τα συστήματα αυτά της περιοδικής λειτουργίας είναι δυνατά σε χώρες με παλιό μουσικό πολιτισμό και μεγάλη μελοδραματική παράδοση, όπως η Ιταλία κυρίως, γιατί εκεί υπάρχει υπεράριθμο και τελείως γυμνασμένο έμψυχο υλικό, οι σολίστ, οι χορωδοί, η ορχήστρα, τα μπαλέτα, γνωρίζουν άριστα όλα τα τρέχοντα μελοδράματα του ρεπερτορίου κλασικά και νεότερα, δεν χρειάζονται δε παρά σχετικώς ελάχιστες δοκιμές για να συντονισθούνε σύμφωνα με την ερμηνεία του μουσικού διευθυντού και του σκηνοθέτη. Έτσι μπορούνε να εκτελούνται τρία και τέσσερα παλαιά μελοδραματικά έργα την εβδομάδα ενώ εν τω μεταξύ προχωρεί η μελέτη ενός η δυο νέων και φυσικά αγνώστων και ανεκτελέστων μελοδραματικών έργων που θα δοθούνε στη διάρκεια της στατζιόνε. Στην Ελλάδα όλα τα μελοδραματικά έργα, εάν εξαιρέσουμε τη Λουτσία, το Ριγκολέττο, την Τραβιάτα και δυο ή τρία άλλα που ελπίζω πως δεν πρόκειται να εξακολουθήσουν να αποτελούνε τη μοναδική βάση του ρεπερτορίου του νέου μελοδράματος, είναι τελείως άγνωστα σχεδόν σε όλα τα καλλιτεχνικά στοιχεία που θα αποτελέσουνε το μελόδραμα και ιδιαιτέρως στην χορωδίαν.

Είναι λοιπόν ευκολονόητο πως έχουμε ανάγκη από μόνιμο προσωπικό για να μελετά και να ετοιμάζει ευσυνείδητα και με επιμέλεια τα μελοδράματα που θα πρόκειται να δοθούν από το νέο μελόδραμα.

Εάν για το τεχνικά πολύ ευκολότερο ανέβασμα έργων πρόζας το Βασιλικό Θέατρο εργάστηκε «κεκλεισμένων» των θυρών αρκετούς μήνες πριν από την πρώτη δημοσία εμφάνισή του, είναι αυτονόητο πόση μελέτη χρειάζεται για την ευπρόσωπη εκτέλεση έργων τόσης ποικιλίας και πολυμορφίας όπως είναι τα μελοδραματικά και πως κάθε χρόνο θα πρέπει να διατίθεται ένα σημαντικό διάστημα ανάπαυλας δημοσίων εμφανίσεων για τη μελέτη και σπουδή των έργων που θα πρόκειται να δοθούν το επόμενο.

Έξω όμως από το λόγο αυτό υπάρχει κι άλλος σοβαρός που ενδιαφέρει αυτή την ύπαρξη των καλλιτεχνών του μελοδράματος.

Σε χώρες με μεγάλη μελοδραματική ζωή σαν την Ιταλία λ.χ. η λειτουργία μιας μελοδραματικής στατζιόνε 3 – 4 μηνών, όχι μόνον δεν επηρεάζει οικονομικά τον καλλιτέχνη αλλά μάλλον τον ωφελεί γιατί αυτός μόλις τελειώσει η υποχρέωσή του (σκριτούρα) σε μια πόλη, έχει την βεβαιότητα σχεδόν πως θα ‘βρει άλλην εργασία σ’ άλλη στατζιόνε άλλης πόλης. Προκειμένου μάλιστα για καλλιτέχνη σολίστ που είχεν επιτυχία σε μια τέτοια περίοδο η νέα του πρόσληψη ημπορεί να γίνει και με καλύτερους όρους από την προηγούμενη.

Δυστυχώς στην Ελλάδα καμιά ελπίδα δεν υπάρχει για πολλά χρόνια πως θα ‘ναι δυνατό και να ονειρευτούμε ακόμη, πώς μπορεί να λειτουργήσει και δεύτερος μελοδραματικός θίασος. Συνεπώς ποιοι θα ήταν εκείνοι που θα πήγαιναν ν’ αφοσιωθούνε στο μελόδραμα όταν ήξεραν πως θα προσλαμβάνονταν για τρεις ή τέσσερις μήνες το χρόνο χωρίς καμιά βεβαιότητα για το μέλλον τους;

Από την άλλη μεριά έχω τη γνώμη πως το μόνιμο μελόδραμα δεν θα επιβάρυνε το Δήμο ή το Κράτος περισσότερο απ’ ότι θα το επιβάρυνε το περιοδικό. Γιατί βέβαια πιστεύω πως εκτός από τις θυσίες που ζητούμε να υποστεί το Κράτος, ο Δήμος, η Κοινωνία, έχομε υποχρέωση όλοι εμείς οι μουσικοί από τον πρώτο ως τον τελευταίο να υποβληθούμε σε όλες τις δυνατές και αδύνατες ακόμη θυσίες, όχι μόνον προσφέροντας κάθε εργασία και συμβολή που θα μας ήθελε ζητηθεί ολόψυχα κι ολοπρόθυμα αλλά και να την προσφέρουμε με τη μετριότερη δυνατή αμοιβή για να μπορέσει το μελόδραμα να ορθοποδήσει και να μην προσκόψει απ’ την αρχή της λειτουργίας του στο αιώνιο οικονομικό πρόβλημα.

Αλλά και γενικότερα πιστεύω πως οι εισπράξεις του μελοδράματος θα απέδιδαν εξαιρετικώς σοβαρά ποσά αν λάβωμε υπ’ όψει μας τα εξής:

Α΄) Πως το μελόδραμα είναι είδος εξαιρετικά αγαπητό στο κοινό μας που πάντοτε έσπευσε αθρόο και επλήρωσε και ακριβότατες τιμές όταν εδόθη έστω και μία σχετικά ευπαρουσίαστη παράσταση.

Β΄) Λόγω του ότι όλες οι μέχρι σήμερα μελοδραματικές παραστάσεις στην Ελλάδα περιορίσθηκαν σ’ ένα στενότατο κύκλο πέντε ως έξι έργων, κυρίως του παλιού ιταλικού ρεπερτορίου, ανοίγεται για πάρα πολλά χρόνια ευρύτατο στάδιο στους μέλλοντας να διευθύνουν την όλη οργάνωση. Θα έχουνε την ευχέρεια να εκτελέσουν σειράν από αριστουργήματα του διεθνούς μελοδραματικού ρεπερτορίου που είναι τελείως άγνωστα στο κοινό μας και που φυσικά θα κινούνε το ενδιαφέρον και την προσέλευσή του. Επίσης θα έχουνε και έναν αληθινό πλούτο από παλιά και νέα ελληνικά μελοδράματα που είναι όλα σχεδόν άγνωστα στο κοινόν μας.

Γ΄) Η εκμετάλλευση του θεαματικού μέρους των μελοδραμάτων που ως σήμερα έμεινε ανεκμετάλλευτο γιατί έλειπαν τα οικονομικά μέσα και η κατάλληλη σκηνή, θα προκαλέσει ζωηρό το ενδιαφέρον σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα για τις μελοδραματικές παραστάσεις. Για τους ίδιους λόγους θα έφερε σοβαρές εισπράξεις και η εκτέλεση αυτοτελών έργων χορογραφικών (μπαλέτου) που δεν εξετελέσθησαν ποτέ ως σήμερα στην Ελλάδα.

Έτσι κατά τη γνώμη μου η επί πλέον των εισπράξεων δαπάνη ενός καλού μελοδραματικού συνόλου δεν θα ήτανε τόσο υπερβολική όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως και για να μη σας κουράζω με αριθμούς σας λέγω μόνο πως προβλέπω ότι το έλλειμμα μιας ευπροσωπότατης λειτουργίας ενός τέτοιου κρατικού μελοδράματος δεν θα μπορούσε να υπερβεί τα οκτώ εκατομμύρια δραχμών καθώς διασαφηνίζω σε μια λεπτομερή μου μελέτη που καταθέτω στο προεδρείον του Συνεδρίου.

Για τον ίδιο λόγο δεν θα μακρηγορήσω με τον τρόπο που νομίζω πως θα διοικηθεί καλύτερα το μελόδραμα και το πώς θα εξευρεθούν οι πόροι που θα μας δώσουν τα 8 εκατομμύρια χωρίς επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Τα αναπτύσσω όλα λεπτομερώς στο ίδιο υπόμνημα που καταθέτω στο προεδρείον του Συνεδρίου.

Αυτές σε όσο μου ήτανε δυνατόν συντομότερο είναι η σκέψεις μου σχετικά με την ίδρυση και τη λειτουργία ενός πραγματικού βιωσίμου κρατικού μελοδραματικού συνόλου.

Για να μπορέσει να ορθοποδήσει νομίζω πως πρέπει να περιλάβει χωρίς προκαταλήψεις αλλά και χωρίς χαρισμούς τους αριστείς της μελοδραματικής και μουσικής ζωής του τόπου. Για να μη συναντήσει αντίδραση και να μπορέσει να προκόψει πρέπει να ιδρυθεί ανεξάρτητος χωρίς κανένα δεσμό προς παλαιότερα ή και νεότερα σωματεία, ωδεία ή μουσικά ιδρύματα. Όσοι μουσικοί θα συμπράξουν στη διεύθυνση του μελοδράματος πρέπει να παύσουν να έχουν οποιοδήποτε δεσμό και υπεύθυνο θέση σε άλλα μουσικά ιδρύματα για να αφοσιωθούνε απερίσπαστοι και προ παντός ακομμάτιστοι και αφατρίαστοι στην οργάνωσή του.

Έτσι μόνο το Κρατικό μας Μελόδραμα θα μπορέσει να τραβήξει το δρόμο του, έτσι θα μείνει μακριά από τις διαιρέσεις και τις αντιζηλίες του μουσικού  μας κόσμου κι έτσι μόνο δε θα συμμερισθεί τις υποχρεώσεις και τις συμπάθειες σε μέτριους καλλιτέχνες που είναι φυσικό να βαρύνουν άλλα παλαιότερά του μουσικά ιδρύματα, κι έτσι θα μείνει αμέτοχο από τις αντιπάθειες ή προκαταλήψεις που είναι εξίσου φυσικό να τρέφουν παλαιότεροί του μουσικοί οργανισμοί για άλλους άριστους καλλιτέχνας που α ήσαν απαραίτητοι ή χρήσιμοι για μια φωτεινή και αληθινά καλλιτεχνική λειτουργία του νέου μελοδράματος.

Έχω την ακράδαντη πεποίθηση πως αν στηριχθεί επάνω στις βασικές αυτές γραμμές η λειτουργία ενός κρατικού μελοδράματος η ίδρυσή του θα αποτελέσει μια πραγματικιά θεία ευλογία για τον τόπο, για τη μουσική ζωή, για τον καλλιτεχνικό πολιτισμό.

Το αντίθετο αν το κρατικό μελόδραμα στηθεί μιας αρχής σε στραβές βάσεις φοβούμαι πως θα εξελιχθεί σε μια καινούρια μάστιγα κοντά στις τόσες άλλες που δέρνουν τον αγωνιζόμενο και κατασυντριβόμενο από τις συμπληγάδες πέτρες της μουσικής αμάθειας και του σνομπισμού μουσικό μας κόσμο.

Αυτά είχα να πω και συμπαθάτε τη μακρηγορία μου, κυρίες και κύριοι. Σκοπός της ζωής μου και της οποίας μικρής τέχνης η μουσική ιδία η ελληνική. Αν στο δρόμο που τράβηξα εμάτωσαν τα πόδια και τα χέρια μου, όμως η ελληνική μουσική ιδέα λάμπει πάντα επάνω στα απάτητα κορφοβούνια της αιώνιας τέχνης. Κι αν εμείς οι πρώτοι αγωνιστές δεν μπορέσαμε να φθάσουμε, όμως ας ανοίξει ο δρόμος για ν’ ανέβουνε οι άλλοι που θα ‘ρθουνε από πίσω μας, πιο άξιοι και πιο μεστοί από μας!

Στο δρόμο αυτό θα τους βοηθήσει πολύ, θα τους καρδιοψυχώσει η ύπαρξη ενός μουσικού ναού της ελληνικής μουσικής δραματικής τέχνης.

Μη φαντασθείτε πως το μελόδραμα είναι ένα κατώτερο καλλιτεχνικό είδος που σκοπός του είναι ν’ αγωνίζονται διάφοροι τραγουδιστές με βρώμικες στολές ποιος θα δώσει την πιο ψηλή νότα ή θα δείξει ποιος έχει τη μεγαλύτερη αναπνοή και ποιος θα χτυπάει δυνατότερα το χέρι επάνω στην καρδιά του για να ερμηνεύσει το πάθος τους στις ερωτικές σκηνές. Ας μας φύγει η προκατάληψη εναντίον του ως ανωτέρου είδους τέχνης που είναι κάπως δικαιολογημένη από την ανυπαρξία του μουσικού δράματος στον τόπο μας, από την έλλειψη λόγω της οικονομικής του ανεπάρκειας κάθε οργάνωσής του και από την καλλιέργεια και την υπερβολή όλων των ελαττωμάτων της σχολής του Μπελ-κάντο από τους περισσότερους καλλιτέχνες μας.

Το μουσικόδραμα είναι από τα υψηλότερα, τα ευγενικότερα είδη του θεάτρου, είναι το λουλούδι που ξανοίγει από το ζευγάρωμα της μουσικής και του δράματος. Η μουσική θα δημιουργήσει την ατμόσφαιρα επάνω στην οποία θα ζωντανέψει ο μύθος και θα μας υποβάλλει την πραγματικότητα των φανταστικών του ηρώων και όσο αλήθεια είναι πως τις περισσότερες φορές σε δράματα που έχουνε περιεχόμενο τη συνηθισμένη πεζή ζωή η μουσική μπορεί να φαίνεται περιττή και πολλές φορές κωμική, άλλο τόσο δεν μπορούμε να πιστέψουμε το μύθο, το φανταστικό, το υπερκόσμιο χωρίς την ατμόσφαιρα που θα μας χαρίσει η μουσική, η εμπνευσμένη, η αληθινή μουσική, η μουσική που θα ζωντανέψει τους ήρωας του μύθου και θα δώσει στο λόγο τα φτερά του υπερφυσικού και στην ποίηση τη δύναμη του τραγουδιού.

Και ποιος απ’ όσους άκουσαν τον Τριστάνο και την Ιζόλδη θα μπορούσε να νιώσει την ίδια συγκίνηση, το ίδιο συγκλονισμό του ερωτικού πάθους που το μαγικό φίλτρο άναψε στα σωθικά των δυο ερωτευμένων χωρίς τη μαγεία της μουσικής; Και ποιος που να έχει ακούσει τον «Πελέας και την Μελισσάνθη» του Μέτερλιγκ σα μελόδραμα θα μπορούσε να νιώσει τα ίδια ρίγη της μελαγχολίας χωρίς την θαμπή σκοτεινή ατμόσφαιρα που χαρίζει στο έργο η μουσική του Ντεμπουσύ;

Και ποιος θα μπορούσε να κλάψει, να συγκινηθεί τόσο κατάβαθα από τον απλό μύθο της συζυγικής αγάπης και πίστης και την απελπισμένην επίκλησιν των φυλακισμένων χωρίς την αθάνατη μουσική του Μπετόβεν στο Φιντέλιο;

Αυτό είναι το μελόδραμα που ως τέχνη ονειρεύομαι πως θ’ αποχτήσει και πρέπει ν’ αποχτήσει μια μέρα η Ελλάς. Ένας ναός τέχνης αληθινής, βαθιάς, που θα βοηθήσει μια μέρα να δημιουργήσει και ο τόπος μας μουσικοδραματικά έργα άξια της Ελλάδος μας, άξια της ελληνικής τέχνης, άξια των πόνων και του καημού μας και ας ευχηθούμε το ωραίο όνειρο να γίνει πραγματικότης και ο ελληνικός μελοδραματικός ναός να λάμψει στο φως και τον ήλιο, κάτω από τη θερμουργό πνοή της Νέας Ελλάδας, της Ελλάδας !