H ΠΑΛΑΜΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

(ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ)

«Συμφωνία της Λεβεντιάς» (1919 - 1922). «Συμφωνία των Ανίδεων και των Καλών Ανθρώπων» (1926 - 1928). «Παλαμική Συμφωνία» (1954 - 1955). Τρεις σταθμοί και τρία ορόσημα στο όποιο και κάποιο δημιουργικό μου έργο.

Περισσότερο ακόμη κι από τον «Πρωτομάστορα» (1913 - 1915), την «Ανατολή» (1938 - 1944) και τα «Ξωτικά Νερά» (1948 - 1950), χαρακτηρίζουν τον αγώνα ενός συνθέτη που για αποστολή του έταξε τη διαμόρφωση μιας εθνικής  μουσικής τέχνης που να βγαίνει όχι τόσο από το γράμμα του δημοτικού μας τραγουδιού, όσο από τον παλμό, τους πόθους, τους θρύλους και τις παραδόσεις του γένους των Ελλήνων.

Το να πάρη κανείς ένα λαϊκό τραγούδι, να το μελετήση, να το παρουσιάση, έστω και να το μετουσιώση, με τα χρώματα και τις συνηχήσεις που χαρίζει η σημερινή εξέλιξη της μουσικής τέχνης, δεν αποτελεί αυτό καθ’ αυτό Ελληνική Μουσική. Το πολύ πολύ να μας δώσει μια ζωηρά χρωματισμένη μουσική εικόνα με λαϊκό εθνικό χρώμα.

Στο βάθος, μια τέτοια συνθετική αναδημιουργία δεν θα ήτανε παρά μια απομίμηση της τεχνοτροπίας των παλαιοτέρων ξένων εθνικών μουσικών σχολών, σχεδόν τόσο ξενότροπη όσον στους επτανησίους συνθέτες ή απομίμηση της σχολής του μπελ κάντο ή στους συγχρόνους, του δωδεκάφθογγου και του ατονικού συστήματος.

Η καθαρά τεχνική και κάπως απλοϊκή αναφτέρωση του δημοτικού τραγουδιού, του λαϊκού μέλους, δεν μπορεί να είναι ούτε ο σκοπός, ούτε το τέρμα της εθνικής μας μουσικής δημιουργίας.

Μπορεί σ’ άλλους καιρούς και σ’ άλλους λαούς που θέλησαν να ξεφύγουν από την καταθλιπτικήν επίδραση της μεγάλης κλασσικής Γερμανικής, Ιταλικής, Γαλλικής μουσικής παράδοσης, το λαϊκό τραγούδι να στάθηκε κέντρο και επίκεντρο στη δημιουργία μιας δικής των εθνικής μουσικής γλώσσας.

Σήμερα όμως και στις παλαιότερες αυτές εθνικές μουσικές σχολές το στάδιο αυτό έχει προ καιρού ξεπεραστή, όπως μας το δείχνουν τα έργα του Μπέλα Μπάρτοκ του Στραβίνκυ, του Προκόπιεφ, του Σοστάκοβιτς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το δημοτικό μέλος, το τραγούδι των ανίδεων και των καλών ανθρώπων, και η μουσική παράδοση ενός λαού είναι, και θα είναι πάντα, πολύτιμα και αναπλήρωτα για την αφετηρία, το ξεκίνημα, στη διάπλαση της προσωπικής τεχνικής μιας νέας εθνικής μουσικής γλώσσας.

Όμως τα εξωτερικά τεχνικά γνωρίσματα του λαϊκού μέλους, δεν αρκούνε - κατά τη γνώμη μου - για να ξετυλιχτή η τεχνική μουσική μας σε ανώτερη δημιουργία που να καθιερώση σχολή.

Χρειάζεται κάτι πολύ βαθύτερο και ψυχικότερο. Κάτι που ο Σολωμός το έχει εκφράσει με τόσο μεγαλοφάνταστην απλότητα:

«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα...».

Πιστεύω ακράδαντα πως αυτό πρέπει να είναι το πρωταρχικό αίτημα - πέρα από κάθε τεχνική συνταγολογία - το πρωταρχικό γνώρισμα, από μια πραγματικά Ελληνική μουσική σύνθεση, αυτό που θα την ξεχωρίση από τις άλλες μουσικές σχολές που προηγήθηκαν ή που θα ακολουθήσουν.

Να κλείνη μέσα στην ψυχή της την Ελλάδα.

Όταν ένα έργο τραγουδάει την αλκή της Ελληνικής Λεβεντιάς, την αγαθότητα, την ψυχή, τους θρύλους, τα παραμύθια του λαού μας, τα βουνά μας, τον ήλιο μας και τ’ αποδίνει, αν τ’ αποδίνει, όλα αυτά σε μουσικούς ήχους και ρυθμούς, τότε θα μας δίνη, φυσικά και αβίαστα, μουσικήν Ελληνικήν ακόμα κι αν δεν βασίζεται επάνω σε διακοσμητικά στοιχεία ήχων και ρυθμών.

Όμως και το δημοτικό τραγούδι είναι αυτό το ίδιο πριν απ’ όλα ΕΛΛΑΔΑ.

Έτσι είναι αυτονόητο πως ο Έλληνας συνθέτης το λαϊκό μέλος, όχι μόνο θα το έχη γνωρίση και μελετήση αλλά προ πάντων θα έχη αφομοιώση ψυχικά την όλη του διάρθρωση, θα ζη μέσα στην ατμόσφαιρά του φυσικά και αβίαστα, πριν επιχειρήσει να στήση έργα μακράς πνοής ή ακόμη και ένα απλό τεχνικό τραγούδι.

Θα σκέπτεται και θα εμπνέεται τα θέματά του, τις μελωδίες του, γύρω από τους ίδιους ήχους και τρόπους, τους ρυθμούς που εγέννησαν το απλό και απέριττο λαϊκό μελώδισμα στον άγνωστο μουσουργό του λαϊκού μας μέλους.

Τότε δεν θα χρειάζεται να καταφεύγη σε μεταγραφές ή «αναπτύξεις» για να προσδώση «χρώμα» στη μουσική του, αφού τα μέλη, οι αρμονίες, οι ρυθμοί που θα οραματίζεται θα αποτελούνε οι ίδιοι νέα πρωτότυπα ελληνικά μέλη - προέκταση και επέκταση της απλής και αγνής δημιουργίας.

Έτσι μόνο πιστεύω πως ο μουσουργός θα μπορέση να δώση από εσωτερική διάθεση, μουσική Ελληνική που θα εμπνέεται από την Ελλάδα και θα τραγουδάη ό,τι δονεί την ψυχή και την καρδιά της αιώνιας Ελλάδας. Τον παλμό της.

Αυτό τον παλμό της Ελληνικής ψυχής πολύ πριν από το Μουσικό, το είχε νοιώσει βαθειά και τον είχεν αποδώση ο Ποιητής.

Η Ελληνική ποίηση όπως ανδρώθηκε ύστερα από τους αγώνες για την Ελληνική παλιγγενεσία, από το Σολωμό ως τον Παλαμά και το Σικελιανό συνέχισε το θαυμαστό τραγούδι της φυλής που ο άγνωστος λαϊκός τραγουδιστής δεν έπαψε να τραγουδάει σε όλη τη μακροχρόνια περίοδο της δουλείας του γένους, ελπιδοφόρο μήνυμα μιας καινούριας εθνικής και πνευματικής Ανάστασης.

Δυστυχώς εμείς οι μουσικοί απορροφημένοι κατά καιρούς από το αντικαθρέφτισμα, πότε της Ιταλικής, πότε της Γερμανικής μουσικής δόξας ή του Γαλλικού εμπρεσιονισμού τη μαγεία, δεν είχαμε την ικανότητα να συντονίσωμε την έμπνευσή μας με τους παλμούς του Έθνους.

Καλά καλά δεν προσέξαμε, όταν δεν τον λιθοβολήσαμε μαζί με τόσους άλλους, το θαυμαστό Ναό της Τέχνης που έστηνε ολοένα και πιο περίλαμπρον ο Έλληνας Ποιητής.

Σήμερα που με βαρειά χιονισμένα μαλλιά αναπολώ το ξεκίνημα και τους αγώνες μου για το όλο κάποιο μου μικρό έργο, βρίσκω πως το έργο αυτό όσο κι αν βασίστηκε στα διδάγματα των μεγάλων διδασκάλων της μουσικής τέχνης, αλλά τόσο χρωστάει την όλη του διάρθρωση όχι μόνο στις πηγές του λαϊκού μας τραγουδιού αλλά και στα υποδείγματα, στην πνοή των μεγάλων ηρώων της Νεοελληνικής ποίησης.

Και πριν απ’ όλα, και πέρα από όλους, στον Κωστή Παλαμά.

Το έργο Του στάθηκε για μένα Φάρος αληθινός της Τέχνης που φώτισε και θα φωτάη στους αιώνες τις Ελληνικές ψυχές μέσα στα σκοτάδια που μας δέρνουν ολούθε.

Σαν ζωοδότης ήλιος, η Ποίηση του Παλαμά έκανε ν’ ανθίσουν μέσα από την καρδιά μου - από σχεδόν παιδί που την πρωτογνώρισα ως σήμερα - χίλιων λογιών τραγούδια και σκοποί.

Ότι καλλίτερο, ότι αγνότερο έχω γράψει είναι τις περισσότερες φορές δεμένο με τον Παλαμικό στίχο, με την Παλαμικήν Ιδέα.Και σήμερα στη δύση του βίου και της δράσης μου και πριν τραβήξω για το μεγάλο, το αγύριστο, ταξίδι θέλησα μιαν ακόμη φορά να τραγουδήσω κάτω από της θείας Του λύρας τους αχούς. Κ’ έστησα την Παλαμική Συμφωνία, βωμό και μνημείο της πίστης μου στην αθάνατη Ελληνική Τέχνη και τον Ποιητή που τη συμβολίζει.

Στη Συμφωνίαν αυτήν έχω όμως κλείσει και πολλές από τις νοσταλγίες των περασμένων.

Μερικές στιγμές μπορεί να περνάει μέσα από τους ήχους της το χαμένο όραμα της μεγάλης Ελλάδας που ένας άλλος Προφήτης και οδηγός το είχε για μια στιγμήν ζωντανέψει στα θαμπωμένα μάτια της ψυχής μας.

Μπορεί αλλού πάλι στην συμφωνία μου αυτήν ν’ αναπολώ προσωπικούς καημούς, χαρές και πίκρες ή και ν’ ακούονται φθόγγοι θυμού και σαρκασμού που να κρύβονται κάτω από την πολυκύμαντη βοή των ήχων και των ρυθμών μιας μεγαλόστομης συμφωνικής ροής....

Μ’ αυτά θα ήθελα να τονίσω πως η Παλαμική Συμφωνία δεν πρέπει ν’ ακουστεί σαν ένα καθαρά προγραμματικό μουσικό έργο.

Ίσως η εξαγγελία των στίχων του Ποιητή στη συμφωνία μου να θυμίζη κάπως τα γλυπτά εξόχων τεχνιτών που οι παληοί συνήθιζαν να στολίζουν τη μετώπη των αρχαίων ναών και που είχανε μόνο έμμεση σχέση με την εσωτερική τους λειτουργία...

Οι στίχοι του Ποιητή που εξαγγέλονται σε κάθε μέρος της Παλαμικής συμφωνίας αποτελούνε την αφετηρία, το ξεκίνημα στο μουσικό για να πλέξη το ήχινο όνειρό του.

Το όνειρο αυτό μπορεί να τον φέρη και σε χώρες και σ’ ουρανούς που να μην έχουνε άμεσο συσχετισμό με τη συνέχεια των στίχων που παραλείπει ν’ απαγγείλη ο εξάγγελος.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο Δωδεκάλογος του Γύφτου που εμπνέει το μουσουργό στα τρία τελευταία μέρη της συμφωνίας, είναι ήδη αυτός ο ίδιος μιας υπεράνθρωπη και υπερκόσμια πολύχρωμη και πολύφωνη ποιητική Συμφωνία.

Μου φαίνεται αδύνατο, για να μην πω γελοίο, το να φαντάζεται ένας μουσικός πως έχει τη δύναμη να αποδόσει προγραμματικά με τους ήχους, το πολύβοο, το καταπληκτικό «Πανηγύρι της Κακάβας» ή την παραστατική δυναμικότητα του «Δουλευτή» ή το φιλοσοφημένο ερωτικό πάθος της «Αγάπης».

Για να νοιώση τη μουσική της Παλαμικής Συμφωνίας, ο ακροατής θα πρέπει νάχει υπ’ όψει του πως οι στίχοι που τον εμπνέουν δίνουν στο μουσικό την ευκαιρία να ξεκινήση αναπολώντας συχνά τους δικούς του καημούς, τους δικούς του αγώνες.

- Γύφτε τράβα δρόμο -

Τους δικούς του πόθους και το αιώνιο πανηγύρι της ψυχής του όταν οραματίζεται την Πύλη του Ρωμανού και την αιώνια Πόλη του γένους, όπως την ξαγνάντεψεν ολόλαμπρη στον Ήλιο μια δοξασμένη μέρα, που αλοίμονο έσβυσε όπως «σβύνουνε λειβάδια από μάϊσσες φυτρωμένα με γητειές».

Το ίδιο πιστεύω πως ο ακροατής δεν θάπρεπε ούτε να ξενίζεται μπρος σε τολμηρές αρμονικές συνηχήσεις, αλλά ούτε και να επιζητάη να βρη αν η συμφωνία ακολουθάη επαναστατικά μουσικά δόγματα και ανατροπές των καθιερωμένων ή όχι.

Ο συνθέτης της Παλαμικής Συμφωνίας, με όσα μουσικά τολμήματα κι αν καταπιάνεται στα έργα του, πιστεύει πάντα πως η τέχνη των ήχων και των ρυθμών είναι κι αυτή μια ποιητική γλώσσα με την οποίαν μπορεί να εκφράζει κανείς τη σκέψη και τα αισθήματά του όπως με κάθε άλλη γλώσσα.

Αλοίμονο όταν την ανεπάρκεια του σε αισθήματα ή σε μουσικές σκέψεις την αποδίνει σε αδυναμία της γλώσσας να εκφράση. Τότε την εξαρθρώνει σε παραλήρημα και σε ασυναρτησία ή καταφεύγει στους θορύβους και στα μηχανικά μέσα για να συγκαλύψη τη στειρότητα και τη μηδαμινότητά του.

Αν στα τρία τελευταία μέρη η «Παλαμική Συμφωνία» εμπνέεται από το «Δωδεκάλογο», στίχοι από τους Ιάμβους και Αναπαίστους στολίζουνε τη μετώπη του πρώτου μέρους.

Ίσως να είναι οι πιο άμεσα σχετισμένοι με τη ροή της μουσικής του έργου. Μπορεί όμως οι στίχοι αυτοί και να με συνεπαίρνουνε τόσο βαθειά γιατί τους βλέπω στενά δεμένους με τη μοίρα του Έλληνα Συνθέτη.

Ο Συνθέτης, προσπαθώντας να αδερφώση την Ποίηση με τη Μουσική, νοιώθει τον εαυτόν πότε σαν Ποιητή και πότε σα Μουσικό.

Οι Ποιητές όμως «τον κοιτάζουν παράξενα» και «φεύγουν απ’ εμπρός του» ενώ οι Μουσικοί, τ’ αδέρφια του, «μακραίνουν με τρόμο».

Γι’ αυτό θα ήθελα τελειώνοντας εδώ τα λόγια μου να παραθέσω τους στίχους από το 10ο αυτό τραγούδι των Ιάμβων και Αναπαίστων.

Τους αναπολώ όπως τους πρωτάκουσα σαράντα τόσα χρόνια από τη βαθειά, γεμάτη παλμό φωνή του Θείου ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ.

 

Μια νεράϊδα μ’ εγέννησεν.

Από θνητό πατέρα,

Ω μοίρα και ω παράδαρμα

Στον Κόσμον εδώ πέρα!

 

Οι Ξωτικές οι ανάερες

Στην όψι της σαρκός μου

με κυττάζουν παράξενα

και φεύγουν απ’ εμπρός μου

 

Στοιχειό με λένε οι άνθρωποι,

Και μακραίνουν με τρόμο

Και ξένος πάντα βρίσκομαι

Στης ερημιάς το δρόμο1

 

1) (Παλαμάς, Ίαμβοι και Ανάπαιστοι αρ. 10)

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ

 

(Ο Μανώλης Καλομοίρης και ο Κωστής Παλαμάς, από το ανάτυπο της έκδοσης της Παλαμικής Συμφωνίας, Αθήνα 1961)