This page contains Greek.

Τα «ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ» του 1908

Το σημείωμα του Καλομοίρη στο πρόγραμμα της πρώτης συναυλίας με έργα του, στην Αθήνα.

 

 

Ο συνθέτης που πρωτοπαρουσιάζει σήμερα μικρό μέρος της αρχής του έργου του, ονειρεύτηκε να φτιάξη μιαν αληθινή Εθνική μουσική, βασισμένη από τη μια μεριά στη μουσική των αγνών μας δημοτικών τραγουδιών, μα και στολισμένη από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που μας χάρισεν η αδιάκοπη  εργασία των προοδεμένων στη μουσική λαών, και πρώτα πρώτα των Γερμανών, Γάλλων, Ρούσσων και Νορβηγών.

 

Για να κατορθώσει το οπωσδήποτε αρμονικό σφιχτόδεμα των ανόμοιων αυτών στοιχείων, ο τεχνίτης βρήκε σωστό να στηριχτεί στη ζωντανή μας φιλολογία σαν τον ανθοπλέχτη που κόβοντας κλωνάρια από τόνα και τ’άλλο  δέντρο πλέκει σε στεφάνια τα λογής λογής λουλούδια του.

 

Και δε θέλει να πει πως το ανακάτεμα των στοιχείων αυτών πάντα κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να γίνεται. Κάθε άλλο! Μπορεί πολλές φορές ο εθνικός χαραχτήρας πολύ θεμιτά ή και καθόλου να ξεχωρίζει, όπως μπορεί κ’ η τέχνη και τα στολίδια να κάνουν τόπο στην απλότη του δημοτικού τραγουδιού, που πολύ δύσκολα να ξεδιαλύνονται τ’αχνάρια τους.

 

Αυτό δεν έχει τίποτα να κάνη! και κατά πως ο ποιητής είναι λεύτερος να γυρέψει την έμπνεψή του εκεί όπου τη βρίσκει, πότε στις εθνικές τις παραδόσεις και πότε στα παγκόσμια προβλήματα, έτσι κι ο μουσικός, πότε πιο σιμά στην Εθνική τη Μούσα θα πέσει και πότε στην Ξένη τη Μαστόρισσα.

 

Εδώ ανάγκη να σημειωθεί πως ο τεχνίτης που πρωτοπαρουσιάζεται σήμερις, αποφεύγει να δανειστή μελωδίες των δημοτικών μας τραγουδιών στην εργασία του, μόνο που τα θέματά του σε μερικά του μεγάλα έργα (Ρωμέϊκη Σουϊτα, Μπαλάντες κ.ά.) και οι μελωδίες του σε μερικά από τα τραγούδια του έχουν χτιστή απάνω στο ρυθμό, τις κλίμακες και το χαραχτήρα των δημοτικών μας τραγουδιών, γιατί βρίσκει πως το συστηματικό δάνεισμα από εθνικές μελωδίες πολύ λίγο βοηθάει στο ξετύλιγμα της εθνικής μουσικής.  Έτσι κι ο Τσαϊκόφσκυ κι ο Ρουμπινστάϊν, αν και στα έργα τους κανείς πολύ συχνά απαντάει Ρούσικες εθνικές μελωδίες, δε λογαριάζονται γι αληθινά εθνικοί μουσικοί μπρος στους νεωτέρους (αφού πρώτος ο Γκλίνκα είχε δείξει το δρόμο), το Ρίμσκυ-Κορσακόφ, τον Μπαλάκιρεφ, το Μουσόργσκυ, τον Μποροντίν, τον Ντραγομίσκυ και το μαθητή τους τον Γκλαζούνοφ, που λιγοστά απαντά κανείς σ’ αυτούς Ρούσικες εθνικές μελωδίες, μα που πάντα ξαγναντεύει ένα κομμάτι της Εθνικής Ψυχής.

 

Κι αυτό πρέπει να είναι ο σκοπός κάθε αληθινά εθνικής μουσικής, να χτίση το Παλάτι που θα θρονιάσει η Εθνική Ψυχή!

 

Τώρα, αν για το χτίσιμο του παλατιού του μεταχειρίστηκεν ο τεχνίτης και ξένο υλικό κοντά στο ντόπιο, δε βλάφτει. Φτάνει το παλάτι του να είναι θεμελιωμένο στη ρωμέϊκη γης, καμωμένο για να το πρωτοχαρούνε ρωμέϊκα μάτια, για να λογαριάζεται καθαροαίματο ρωμέϊκο παλάτι.

 

Ό,τι όμως κι αν αρχίσει κι ό,τι κι αν καταπιαστεί ο τεχνίτης, ένα δεν μπορεί να παραβλέψει ! τη Ζωή, για δαύτο Εθνική μουσική είναι αδύνατο να βλαστήσει δίχως να ποτιστή βαθειά από την Εθνική, τη ζωντανή τη γλώσσα του λαού.

 

Μπορεί κανείς κι έτσι να ορίσει το σκοπό της μουσικής :

να δίνη ζωή στα όνειρα από τη μια μεριά και να παρασταίνει τη Ζωή σαν όνειρο από την άλλη, για να το κατορθώσει όμως αυτό, πρέπει, ό,τι κι αν τη συντροφεύει στο εξωτερικό της παρουσίασμα (γλώσσα στη φωνητική, υπόθεση και γλώσσα στη δραματική, πρόγραμμα στην προγραμματική οργανική μουσική), πάντα ζωντανό και αβίαστο να είναι, έτσι που ο νους του ακροατή δίχως να κουράζεται με περιττή δουλειά να γίνεται κι ο νους ο ίδιος ένα με την καρδιά που να καταλαβαίνει και να αιστάνεται μαζί, για να ξαγναντέψει το υπερκόσμιο που πρέπει να κλείνει μέσα της κάθε αληθινή μουσική.

 

Είναι φανερό, λοιπόν, που για τους αιστητικούς αυτούς λόγους η καθαρεύουσα (δίχως ν’ αναφέρω τους τεχνικούς που μας εμποδίζουνε να την παραδεχτούμε με τα ν της και τα σ της που δυσκολεύουνε τρομερά την εχτέλεση), με την ψέφτική της την τεχνητή ζωή, η καθαρεύουσα, κατά πως δεν εστάθηκεν άξια να θρέψη μια δυνατή φιλολογία, έτσι Δε θα σταθεί ποτές άξια να θρέψη και μια δυνατή μουσική (η τέχνη που μετά τα γράμματα έχει τη μεγαλύτερη σχέση με τη γλώσσα).

 

Και όπως η φιλολογία μας τότε μόνο αντρώθηκε όταν ξέφυγε από τα πνιχτικά βρόχια της καθαρεύουσας, έτσι κ’ η μουσική μας τότε μόνο θα φτάσει σε κάποιο ύψος, όταν ακολουθήσει το μεγάλο δρόμο της αλήθειας, που μας έδειξε ο ποιητής του Ταξιδιού, και πετάξει με τα φτερά τα μεγάλα, που χάρισε της Ρωμιοσύνης ο ποιητής του Δωδεκάλογου του Γύφτου.

 

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ

Αθήνα, Θεριστής 1908.

 

HOME