Από τη Ζωή και τους Καημούς του Καπετάν Λύρα

Του Μανώλη Καλομοίρη

Οι φοβερές μα και τρισένδοξες μέρες του 1940 - 1941.

Μέσα στην ψυχικήν αναταραχή που κ’ εγώ μαζύ με όλους βρισκόμουν, έτυχε να γνωρίσω τους στίχους του «Μολών λαβέ» που μου διάβασεν ο φίλος μου Ποιητής Αθάνας (Γ. Αθανασιάδης - Νόβας).

Στις τραγικές εκείνες στιγμές οι στίχοι του Ποιητή μου φάνταξαν σαν να βγαίνανε από τη δική μου την καρδιά και να διαλαλούσανε τον πόνο αλλά και την πίστη μου στην αιώνια Ελλάδα και την ακατάλυτη ψυχή των Θερμοπυλών και των Σαλαμίνων!

Έτσι το «Μολών Λαβέ» του Αθάνα στάθηκεν ο ποιητικός πυρήνας από τον οποίο ξετυλίχτηκαν ένας ένας οι καρποί και οι σκοποί της «Ζωής και των Καημών του Καπετάν Λύρα».

Κάτω από τη στυγνή Κατοχή που ακολούθησεν άρχισα να αναπολώ τα περασμένα και να ζω με τα περασμένα.

Παληές μέρες χαμένης ευτυχίας, οράματα δόξας, αγάπης, πόνου που έζησα σε διάφορους τόπους και χώρες πλέκονταν μέσα στο θυμητικό μου.

Μορφές μεγάλες τρίλαμπρες και άλλες μικρές, ταπεινές, μα όλες ακριβές και τρισαγαπημένες ανασταίνονταν μέσα στην ψυχή μου.

Πολιτείες, νησιά, βουνά και κάμποι όπου έζησα, χάρηκα και πόνεσα ζωντάνευαν μπροστά μου και γύρευαν να τραγουδήσω το δικό τους τον καημό, το δικό τους το σκοπό!

Κι όπως στο «Πρελούδιο» ετραγούδισα τη «Ροδοδάφνη μπρος στη βεράντα του σπιτιού μου» έτσι ζωντάνεψα και τη Μουριά πούσκιαζε το περιβόλι μου στη Σμύρνη, κ’ έψαλλα την Πόλη, τη Βιέννη, τη Ρωσία, την Αθήνα, την Κρήτη!

Κ’ είδα σαν σε όραμα και το τραγούδισα από τα 1942 πως «ο Διγενής δεν πέθανε, ο Ακρίτας δεν πεθαίνει!»

 Ο «Καπετάν Λύρας» γραμμένος στο μεγαλείτερό του μέρος στην Κατοχή έμενε χρόνια για χρόνια στο συρτάρι μου μισοτελειωμένος και ανεχτέλεστος1.

Μόλις στα τέλη του 1956 ξαναπήρα να κυττάξω τον Καπετάν Λύρα και άρχισα να ξαναδουλεύω την ορχήστρα του.

Ύστερα μάλιστα από τη δυνατή κρίση που την περασμένη άνοιξη με έριξε για μήνες στο κρεβάτι, γυρίζοντας στη ζωή δόθηκα με καινούριο ενθουσιασμό στη μουσική και την ποίηση του έργου.

Έτσι άνθισε μπροστά μου το τραγούδι της Σάμου που μαζί με τη Σμύρνη μοιράζεται την καρδιά μου σα δεύτερη πατρίδα, και δίνοντας τη θέση του μέσα στην όλη σειρά στο «Μολών Λαβέ» έγραψα την εισαγωγή «Κ’ ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι» και έκλεισα το όλο σύνθεμα με τον Επίλογό μου «Και τώρα Συμπαθάτε μας».

Αυτά για τα ιστορικά της «Ζωής και των Καημών του Καπετάν Λύρα» που προσφέρω σήμερα στον Ελληνικό λαό.

Αντιλαλάει, πιστεύω κάτι βγαλμένο από την καρδιά και την ψυχή Του, αλλά μιλάει και για τα δικά μου καρδιοχτύπια και τους δικούς μου πόνους και καημούς που έζησα μέσα στο ξετύλιγμα μιας ζωής δοσμένης ολόψυχα στα ιδανικά της μιας κ’ αιώνιας Εθνικής Ελληνικής Τέχνης.

Έτσι οι «Καημοί» ξετυλιχτίκανε σε πραγματικά μουσικά απομνημονεύματα.

Στα μουσικά αυτά απομνημονεύματα ο ακροατής, μαζί με τους αδέξιους στίχους που όλους - εκτός φυσικά από το «Μολών λαβέ» - τους έχω γράψει ο ίδιος2, θα συναντήσει και σε ορισμένα μέρη αναμνήσεις από άλλες δικές μου συνθέσεις που έχουνε σχέση με τα γεγονότα που ιστορώ.

Τέτοιες είναι Το «Έγια Μόλα» στην «Πόλη», το θέμα του Διγενή από τους «Ιάμβους και Αναπαίστους» στην Κρήτη, από τη Συμφωνία της Λεβεντιάς στη «Ρωσία» και στην «Κρήτη». Ένα θέμα από την Ρωμαίικη Σουίτα στον επίλογο.

Το ίδιο θα βρη απηχήσεις Ρωσικών λαϊκών τραγουδιών στη «Ρωσία», και Κρητικών και Σαμιώτικων στην «Κρήτη» και τη «Σάμο»3 καθώς και απομίμηση των Βιεννέζικων χορευτικών ρυθμών στη «Βιέννη».

Όλα όμως αυτά συγχωνεύονται πιστεύω στην ενότητα του μουσικού ύφους και στο γενικό πνεύμα μιας ηρωϊκής πνοής που - στα περισσότερα μέρη - βρίσκεται διάχυτη στην όλη ροή του έργου.

 Και τώρα ποια είναι η συνολική μορφή του «Καπετάν Λύρα» και πώς θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσωμε;

Αν έλεγα πως είναι ορατόριο δεν θα ήμουνα ακριβολόγος.

Αλλά ούτε και σουίτα από τραγούδια θα ήτανε σωστό να τον πούμε.

Η αφήγηση με συνοδεία ορχήστρας που προετοιμάζει το κάθε μέρος, που εδώ αντικαθιστά το ρετσιτατίβο, και το συμφωνητικό δούλεμα της ορχήστρας δίνουνε στο έργο κάποιαν ενότητα που θα το πλησίαζε στο ορατόριο αν δεν έλειπαν τα μεγάλα χορωδιακά σύνολα και οι αντιχτιστικές μορφές.

Γι’ αυτό νομίζω πως ο Καπετάν Λύρας, σα σύνολο, είναι μια ιδιότυπη μορφή όπου μια σειρά από συμφωνητικά ποιήματα για ορχήστρα και τραγούδι ενώνονται σ’ έναν ενιαίο μουσικό οργανισμό με τις ενδιάμεσες απαγγελίες, μερικές από τις οποίες ξετυλίγονται κι αυτές σε μικρές συμφωνικές εικόνες.

Στο τέλος δεν με ενδιαφέρει το πώς θα χαραχτηριστούνε τα μουσικά μου αυτά απομνημονεύματα. Έχουνε πάντα, όπως κι αν τα κρίνωμε μιαν ιδιότυπη μορφή που βγαίνει από τον Ελληνικό ψυχικό κόσμο του συνθέτη όπως ιδιότυπη μορφή έχει και η συμφωνία των Ανίδεων και των Καλών ανθρώπων και η Παλαμική Συμφωνία και ο Πραματευτής και ως ένα σημείο και η Συμφωνία της Λεβεντιάς.

Ο «Καπετάν Λύρας» είναι απλούστατα μια μουσική έμπνεψη που ανάβρυσε από τα βάθη της καρδιάς μου κι από τον πόνο και την αγάπη μου για τον Ελληνικό λαό, έξω από κάθε πολιτικό πάθος ή προκατάληψη, μόνο και μόνο για τον Ελληνικό λαό.

Αν ο Ελληνικός λαός βρη μέσα στη μουσική του «Καπετάν Λύρα» κάτι που να μπορέσει να τον συγκινήσει και να μιλήσει στην ψυχή του θάναι για μένα όπως λέγω στον επίλογό μου «ξεπλερωμή μεγάλη και σπουδαία».

Γι’ αυτό δεν νομίζω πως θάπρεπε να ασχοληθώ εδώ για την όλη τεχνοτροπία του έργου και να εξηγήσω αν είναι συγχρονισμένη - μοντέρνα ας το πούμε - ή όχι.

Ασφαλώς δωδεκάφθογγη δεν είναι.

Η τεχνοτροπία του Καπετάν Λύρα ξετυλίγεται απλή και αβίαστη μέσα από την ατμόσφαιρα του δημοτικού μας τραγουδιού και σύμφωνα με την αρμονική γλώσσα που χρόνια και χρόνια ο συνθέτης του «Λύρα» επάσκισε να διαμορφώσει για ν’ αποδώση μουσικά ό,τι νοιώθει ν’ αναδεύεται μέσα στην ψυχή και την καρδιά του. 

Παληό Φάληρο Χριστούγεννα 1957


1. Μόνο στα 1943 είχανε εκτελεστεί μερικά αποσπάσματα στη μικρή αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου με πιάνο αντίς ορχήστρα, με αφηγητή τον αείμνηστο Βεάκη και με τραγούδι από τη Φανή Παπαναστασίου, την Αννα Ρεμούνδου, το Φρίξο Θεολογίδη και το Χρ. Αθηναίο.

2. Οι στίχοι αυτοί δεν είναι αυθύπαρκτοι. Χωρίς τη μουσική ίσως να φαίνονται κάτι χειρότερο από αδέξιοι. Ενωμένοι όμως με τους μουσικούς ήχους και ρυθμούς νομίζω πως παίρνουνε κάποιο νόημα και κάποιο φως.

3. Στη «Σάμο» χρησιμοποιώ και το γνωστό θέμα του Ύμνου της πάλαι ποτέ Σαμιακής Ηγεμονίας που ανάγεται στα χρόνια της Επανάστασης του ΄21 και αποδίδεται στον Ποιητή μουσικό και επαναστάτη Γεώργιο Κλεάνθη. 

 

(Πρόλογος από την έκδοση του έργου για απαγγελία, τραγούδι και πιάνο. Μ. Καλομοίρης, Αθήνα 1958)