|
Mιά
νεράιδα
μ εγέννησεν
Mιά
νεράιδα μ’εγέννησεν
Από θνητό
πατέρα,
Ω μοίρα και ω
παράδαρμα
Στον κόσμον
εδώ πέρα!
Οι
ξωτικές οι
ανάερες
Στην όψη της
σαρκός μου
Με κοιτάζουν
παράξενα
Και φεύγουν
απ΄εμπρός μου.
Στοιχειό
με λένε οι
άνθρωποι,
Και
μακραίνουν με
τρόμο
Και ξένος
πάντα
βρίσκομαι
Στης ερημιάς
το δρόμο.
|
A Fay
Gave Me Birth
Μy
sire was a mortal,
A fay gave me birth;
O fate thrice accursed
And dire on this Earth!
The
fairies ethereal
Recoil at my sight;
My flesh they shun, loathing
And from me take flight.
Men
call me a phantom
And shrink in dismay
Thus roam I, a stranger,
Through solitude’s way.
|
Η γριά
Ζωή
Η
γριά Ζωή
ακουμπώντας
με
Χαϊδευτικά
στα στήθη,
Μου λέει το
παραμύθι της,
Το αιώνιο
παραμύθι:
Βασιλοπούλα
αγάπησε
Το ξανθό
παλικάρι
Και ζούσε με
μονάκριβο
Καημό για να
το πάρει.
Αλλά
μια μέρα ο
Δράκοντας
Της φύλαγε
καρτέρι,
Και την άρπαξε
κ’ έφυγε.
Που πάει;
Κανείς δεν
ξέρει! |
Old
Mother Life
Old
Mother Life, holding
Me close to her breast,
Told me the old story
She told all the rest:
A
Prince loved a Princess;
Through all the world wide
He braved every danger
To make her his bride.
But
then came a Dragon
That snatched her away;
Together they vanished.
Where? No one can say!
|
|
Στέκει
το
Βασιλόπουλο
Στέκει
το
Βασιλόπουλο
Με το σπαθί
στη βίγλα,
Για να πιάσει
την άγνωστη,
Την καταλύτρα
Στρίγγλα.
Στων
άστρων το
τρεμόφεγγο
Την ξανοίγει,
ειν’ εκείνη!
Σπλάχνα
κρατάει
παιδιάτικα,
Και το αίμα
τους πίνει.
Ωιμέ!
κ’ η Στρίγγλα η
φόνισσα
Ήταν η
σαστικιά του,
Η αγνή, η καλή, η
πεντάμορφη.
Και
σωριάζεται
κάτου. |
The
Prince Waited Ready
The
prince waited ready
To slay with his hand
The never tracked Ogress
Who ravaged the land.
In
the pale gleam of twilight
He caught her at last,
With the torn limbs of children
For her evening repast.
Alas!
The foul Ogress,
He saw with despair,
Was his own beloved sweetheart
So pure and so fair…
|
|
Μαύρη
Λάμια
Η
μαύρη Λάμια που έκλεισε
στην καρδιά της τον Άδη,
να κατέβω με πρόσταξε
μέσ’ στο ξερό πηγάδι,
νάβρω
το δαχτυλίδι της
που μέσα εκεί έχει πέσει
μ’ ένα διαμάντι λιόκαλο
καρφωμένο στη
μέση.
Ψάχνω,
δε βρίσκω τίποτε...
Ω νύχτα, ω τέρας πλάνο!
Στα πόδια μου μιαν άβυσσο,
και
μια Λάμια αποπάνω.
|
The Black Ogress
Α
Lamia, whose bosom
Contained every hell,
Compelled me to climb down
Α
bottomless well.
And
fetch up a jewel
Which she had let fall,
Α ring with a diamond
To outshine them all.
Ι
search and find nothing...
Which way should Ι go –
With a hell-hag above
And a hell-pit below!
|
|
Γυρνά
κι ορμά ο Μενέλαος
Γυρνά
κι ορμά ο Μενέλαος
με το σπαθί στο χέρι
το Θάνατο στην άπιστην
Ελένη να προσφέρη.
Αλλ’
εκείνη ολογάληνη
με τ’ ανθισμένο χέρι
το αντίχολο κι αντίλυτο
βοτάνι του προσφέρει.
Και το πίνει
ο Μενέλαος,
και του πέφτει απ’ το χέρι
το σπαθί, κ’ ένα φίλημα
στην
Ελένη προσφέρει.
|
Menelaos Leaps Forward
Menelaos
leaps forward
Half drawing his sword,
To bring death to Helen,
The false, the adored.
But
she, with composure,
Α potion brings forth
Containing a cure-all
For sorrow and wrath.
Menelaos
accepts it,
His anger is past;
And with kisses, not bloodshed, Their lips meet at last.
|
|
Από
ξένα βασίλεια
Από
ξένα βασίλεια
κι από το Μεσαίωνα
ήρθεν εδώ ο Ιμπέριος
κ’ ήρθεν η Μαργαρώνα.
Ο
ιππότης ο ανυπόταχτος
κ’ η ωραία η πριγκηπέσσα
μου χτύπησαν την πόρτα μου
και τους έμπασα μέσα.
Και
να λένε τους έμαθα
- λόγια πύρινα πόσα! –
της αγάπης τα βάσανα
στη δική μου τη γλώσσα!
|
From Distant Kingdoms
Once
from a far kingdom
And from a past day,
Imperius and Margarona
Came riding my way.
Α
gallant young horseman
And his lovely bride
Thus entered my doorway
From the dark night outside.
And
Ι gave them lessons
(Songs many we sung!)
How to voice Love's own longings
In my own Poet’s tongue.
|
|
Σπέρμα
της Χάμκως
Σπέρμα
της Χάμκως, δέρνεσαι
μέσ’ στο λάγνο χαρέμι.
'Ύπνο ζητάς, όχι έρωτα,
μα κι ο ύπνος σε τρέμει.
Σε
διβάνι χρυσόστρωτο
γέρνεις πρόσωπο χιόνι.
Αλλά το Σούλι το άπαρτο
σα βραχνάς σε πλακώνει.
Μόνο
σκυμμένη απάνω σου
σε χαϊδεύει η ακριβή σου,
σαν πουλί που θα σάλευε
στην άκρη μιας αβύσσου.
|
Son of Hamko
As
you lie in your harem,
Son of Hamko, your sighs
Are for slumber, not kisses,
But sleep shuns your eyes.
You
lie with pale features
On a gold-tasselled bed,
But Souli the dauntless
Is your nightmare and dread.
Your
mistress approaches
And stoops to embrace,
Like a bird flitting over
The dark gulf of space.
|
|
Ο
Διγενής Ακρίτας
Καβάλλα
πάει ο Χάροντας
το Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.
Και
τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.
Και
σα να μην τον πάτησε
στου Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη!
-
Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ’ άγγιξες και δε μ’ ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;
Είμ’
εγώ η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων.
Στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.
Δε
χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω! –
|
Digenis Akritas
Black
Charon the Horseman
To Hades’ dark glades
Leads Digenes captive
With other, grey shades.
Αll
bound to his stirrups,
He drags them along,
The young and the lovely,
The bold and the strong.
But
of al1 the assembled
In that gloomy lair,
Only Digenes, calmly,
Braves Charon’s grim stare.
“ Ι am Digenes, Charon,
The
years know me not,
Our bout on the threshing-floor Have you forgot?
Ι
am the resplendence
Of a Salamis tide,
To the Seven Hilled City
Ι brought the Greek pride.
In
Hades Ι linger
But to rest and draw breath?
Then Ι rise up, and Nations
Ι awaken from death!” |