This page contains Greek.

Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

 

MEΡΟΣ Α ΕΙΚΟΝΑ Β

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

ΜΕΡΟΣ Β

 

 

ΜΕΡΟΣ Α΄  ΕΙΚΟΝΑ Α΄

1.1       - 1.4 (Δείκτης στο δίσκο)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κάμπος. Πλατύς περνά ο ποταμός και χάνεται στο βάθος της σκηνής. Πέρα, μακριά, ανταρεμένες οι κορφές των βουνών. Το γιοφύρι κάτασπρο λαμποκοπά στον απομεσημεριάτικο ήλιο. Οι Μαστόροι, στη ρίζα του γιοφυριού χορεύουν και γλεντούνε. Γύφτισσες φαίνονται ανάμεσά τους να παίζουνε ντέφι και καστανιέτες κι υψώνοντας τα μπράτσα τους τα γυμνά, να δίνουν το ρυθμό. Ο χορός και το γλέντι εξακολουθούν στο βάθος, ώσπου ο Πρωτομάστορας αφήνοντας τους Μαστόρους, τρέχει στη Σμαράγδα. Καθώς ανοίγει η σκηνή μόνο η μουσική ακούγεται. Στο βάθος φαίνονται οι Μαστόροι που χορεύουν και γλεντούνε. Οι Γύφτισσες με τσακίσματα του κορμιού τους, λιγωμένες δίνουν το σύνθημα του χορού.

 

ΧΟΡΟΣ ΓΥΦΤΙΣΣΩΝ ΚΑΙ ΜΑΣΤΟΡΩΝ

2.1 Σαράντα μαστορόπουλα κι εξήντα δυο μαστόροι

γιοφύριν εστεριώνανε. Να ζήσεις Πρωτομάστορα, να

ζήσουν κι οι μαστόροι, γιοφύριν εστεριώσαμε,

γιοφύριν εστεριώσαμε στης ¶ρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζαμε, ολημερίς το χτίζαμε κι από

βραδύς γκρεμιόνταν μα τώρα το στεριώσαμε.

Μα τώρα το στεριώσαμε περήφανο στον ήλιο.

Να ζήσεις, Πρωτομάστορα.

Να ζήσεις, Πρωτομάστορα, να ζήσουν κι οι

Μαστόροι. Γιοφύριν εστεριώσαμε.

 

2.2 (Οι Θεριστάδες, άντρες και γυναίκες μαζί με το

Γέρο θεριστή φαίνονται να διαβαίνουν το γιοφύρι

σιγά και περίτρομα κι άμα πατήσουνε στην

ακροποταμιά τρέχουν γρήγορα σαν να γλιτώσανε

από κανένα χαμό. Γυρίζουν στη σκηνή ηλιοκαμένοι

και ξαγριεμένοι, ένας φόβος και ένας θυμός τους

συνταράζει όλους, πηγαίνουν κι έρχονται σαν

πουλιά τρομαγμένα από κανένα γεράκι, που στέκει

από πάνω τους.)

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

2.3 Σίδερο το γιοφύρι. Σίδερο. Σίδερο το γιοφύρι.

Σίδερο. Είδες; Είδες; Γερό και δυνατό σαν βράχος,

λαμποκοπά περήφανο στο ήλιο. Και με δίψα,

λαχτάρα, στο ποτάμι ριζώνει λες κι είναι πράμα

ζωντανό, λες κι είναι πράμα διψασμένο.

 

(Ο Γέρος δείχνει στους Θεριστάδες τον ποταμό που

αγριεύει και τους μαζεύει γύρω του ενώ οι

γυναίκες τους φοβισμένες στέκουνε λίγο παράμερα

προσέχοντας, όμως, με αγωνία τα λόγια του Γέρου.

Οι Τσιγγάνες κι οι Μαστόροι, στο βάθος της

σκηνής εξακολουθούν το γλέντι τους με

περιφρονητική αδιαφορία στα λόγια και τα

καμώματα των Θεριστάδων.)

 

ΓΕΡΟΣ(με ασυγκράτητο μίσος).

3.1 Α! Θ’ αρχίσει πάλι ν’ ανατριχιάζει και να τρέμει

και να σειέται συθέμελο και τη νύχτα πάλι θα

γκρεμιστεί σωρός από πέτρες και ξύλα κι ασβέστες.

Τρεις φορές τώρα τη βραδιά που τελειώνει το

γιοφύρι και στήνουνε σαν και τώρα χορό και

γλέντια οι γύφτοι, ο ποταμός ξεμανιασμένος

φουσκώνει και πνίγει το χωριό μας.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΩΝ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ (φοβισμένες).

3.2 Σώπα, σώπα, μην ανιστοράς

τις φριχτές εκείνες νύχτες.

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Νέφη πάλι δες απ’ τις κορφές,

με κακό κι αντάρα φτάνουν.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Σώπα, σώπα μη μελέτα πάντα το κακό

γιατί θα μας ξανάρθει.

 

ΓΕΡΟΣ

Α! Θ’ αρχίσει πάλι ν’ ανατριχιάζει

και να τρέμει και να σειέται συθέμελα...

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Τα νέφη φτάνουν...

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Παρθένα μεγαλόχαρη και σώσε μας.

 

ΓΕΡΟΣ

...και τη νύχτα πάλι...

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

...τη νύχτα!

 

ΓΕΡΟΣ

...θα γκρεμιστεί...

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

...θα γκρεμιστεί!

 

ΓΕΡΟΣ

...σωρός από πέτρες και ξύλα κι ασβέστες.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

...Παρθένα μεγαλόχαρη και σώσε μας.

 

ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ - ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Σαράντα Μαστορόπουλα κι εξήντα δυο

μαστόροι... Έλα το πουλί μου έλα, μοσχοκάρφια και

κανέλα... Γιοφύριν εστεριώσαμε στης ¶ρτας το

ποτάμι...

 

ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

Έλα το πουλί μου έλα.

 

ΓΕΡΟΣ (στους Θεριστάδες δείχνοντάς τους τον

ποταμό με μίσος).

3.4 Αίμα θέλει ο ποταμός να γαληνέψει και να μας

λυπηθεί. Πεινά. Δεν τον ακούτε πώς μουγκρίζει;

Λιμασμένο θεριό, κορμί ανθρώπου ζητά. Δεν τον

ακούτε, δεν τον ακούτε; Πεινά. (Ο χορός των

Θεριστάδων τρομαγμένος κάνει να φύγει.)

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Πού να φύγω, τι θα γίνω; Βοήθεια, βοήθεια,

βοήθεια! (Ο Γέρος τους σταματά.)

 

ΓΕΡΟΣ

Πού θα πας, πού θα πας, πού θα πας;

3.5 Ο Χάρος είναι λεβέντης κι είναι καβαλάρης,

κι ο μαύρος του ανεμοπόδης, ανεμοπόδης είναι, κι όσο

κι αν τρέχεις να σωθείς σε φτάνει και σ’ αδράχτει.

(Φαίνεται να περνά το γιοφύρι ένας νέος

πασίχαρος ώς δεκάξι χρονών, ο Τραγουδιστής.

Κρατάει τη φλογέρα που έπαιζε στο θέρος. Είναι

λιγάκι ωχρός, όμως στα μάτια του λάμπει μια

φλόγα γιομάτη χαρά).

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

4.1 Έρχεται, έρχεται...

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Ποιος έρχεται; Ποιος έρχεται; Ποιος έρχεται;

 

ΓΕΡΟΣ

Ο ¶ρχοντας.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Η Σμαράγδα, η Σμαράγδα.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η κόρη του ¶ρχοντα, η Πριγκιπέσσα.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

4.2 Την είδα, την είδα, την είδα και χίλιες χιλιάδες

τραγούδια και καημοί σηκώνουνε το κεφαλάκι τους

μεσ’ τη φλογέρα μου και σπαρταράνε, και σπαρταράνε,

σαν πουλάκια στο κλουβί.

Κι αναπεταρίζουνε κι ανοίγουν τα φτερά τους και

θένε να ριχτούν μπροστά της να την καλωσορίζουνε

και να την προπαντούν, να την καλωσορίζουνε και

να την προπαντούν!

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

4.3 Σώπα τρελέ, σώπα τρελέ, σώπα τρελέ! Σώπα

τρελέ, σώπα τρελέ, σώπα τρελέ! Σώπα, τι πάλι ο

Ήλιος σε χτύπησεν. Ο Ήλιος κι η Σμαράγδα!

 

ΓΕΡΟΣ

Σωπάτε, έρχεται.

(Φαίνεται από μακριά η Σμαράγδα, που περνά το

γιοφύρι με την ακολουθία της από κορίτσια

φορτωμένα με λουλούδια και δώρα).

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ (Κοιτάει προς τη Σμαράγδα όλος

έκσταση. Δείχνει τη Σμαράγδα).

4.4 Είμαι το χελιδόνι και να ξοπίσω μου η άνοιξη

προβάλλει, και να ξοπίσω μου η άνοιξη προβάλλει.

Τα μάτια της, τα χείλη της, οι φούχτες των χεριών

της, το κλάμα της, το γέλιο της, το χρώμα των

μαλλιών της, όλα της, όλα της ξεχειλίζουν απ’

ανθούς και σπόρους τραγουδιών.

(Κάθεται ήσυχα και σιάχνει τη φλογέρα του. Η

Σμαράγδα κατεβαίνει από το γιοφύρι περίχαρη και

μ’ αγκαλιές λουλούδια. Πίσω της κορίτσια φέρνουνε

πλούσια δώρα.)

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

5.1 Ώρα καλή σας, ώρα καλή σας.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ

Καλώς την αρχοντοπούλα μας.

Καλώς την αρχοντοπούλα μας.

Πάντα χαρούμενη, πάντα χαρούμενη, πάντα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ (προχωρώντας στη Σμαράγδα.)

Πάντα χαρούμενη.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Ναι, η καρδιά μου τώρα ξεχειλάει και λαχταρά, και

σας φέρνω δώρα να χαρείτε τη χαρά μου, τη μεγάλη

μου χαρά γιατί πάει πια, το γιοφύρι μας

θεμελιώθηκε γερά. (Μοιράζει δώρα).

Να! Σας τα χαρίζω όλα και γι’ αντίχαρη ζητώ, να

γελάτε όπως γελώ, να γελάτε όπως γελώ.

Να χαρείτε τη χαρά μου, τη μεγάλη μου χαρά.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

5.2 Αχ, τα χέρια σου, Σμαράγδα, πώς μοιράζουν τη

χαρά, λάμπουνε θαρρείς κι ανάβουν στις καρδιές

φωτιά, λάμπουνε θαρρείς και φέγγουν μ’ έναν πόθο

μυστικό, λάμπουνε και με φλογίζουν με πόνο γλυκό.

Αχ! Τα χέρια σου, Σμαράγδα, πώς μοιράζουν τη

χαρά, λάμπουνε θαρρείς κι ανάβουν στις καρδιές

φωτιά.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

5.3 Και τι μένει να χαρίσω στον τραγουδιστή;

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Ένα ρόδο σου ας μυρώσει τη θλιμμένη μου ζωή.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Δε σου πρέπει ένα λουλούδι που γοργά θα μαραθεί.

Πάρε, πάρε μια φλογέρα. Κι αυτή σαν τραγούδι

στην πνοή σου γλυκά θα λαλεί.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Κι αυτή σαν τραγούδι γλυκά θα λαλεί.

 

ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ - ΜΑΣΤΟΡΟΙ

(από τη ρίζα του γιοφυριού).

Σαράντα μαστορόπουλα. Σαράντα μαστορόπουλα κι

εξήντα δυο μαστόροι... Έλα το πουλί μου έλα... Κι

εξήντα δυο μαστόροι... Έλα το πουλί μου.

(¶ξαφνα κόβουν το χορό και το τραγούδι

θωρώντας τον Πρωτομάστορα, που τραβάει προς τη

Σμαράγδα και του φωνάζουνε με παράπονο.)

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Πρωτομάστορα, Πρωτομάστορα!

 

ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

...έλα το πουλί μου, έλα.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

(προχωρώντας στον Πρωτομάστορα.)

Γεια σου, καλέ, χαρά σου!

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Πρωτομάστορα, Πρωτομάστορα!

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ και οι ΓΥΝΑΙΚΕΣ τους με μίσος:

Ο Πρωτομάστορας!

(Η Σμαράγδα πετιέται χλομή.)

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Ο Πρωτομάστορας.

 

ΓΕΡΟΣ

Έρχεται!

(Ο Γέρος λέει τα λόγια του ενώ φεύγει

μαζί με τη χορωδία των Θεριστάδων.)

5.4 Παιζογελώντας έρχεται, με κλάματα θα φύγει.

(Οι Μαστόροι κι ο Τραγουδιστής αποτραβιούνται.

Η Σμαράγδα προχωρεί προς τον Πρωτομάστορα

απλώνοντας τα χέρια της, πολυαγαπημένα.)

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

6.1 Σμαράγδα, Σμαράγδα, Σμαράγδα καλή μου κι

εμένα τι μου φέρνεις; Σμαράγδα τι μου φέρνεις;

 

(Η Σμαράγδα τον σκεπάζει με ρόδα σκορπίζοντάς

του στα μαλλιά, στους ώμους, χάμω!)

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Ρόδα, ρόδα, ρόδα, ρόδα.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Πόσο αγαπώ τα χέρια σου τα κοντυλένια χέρια.

Πάντ’ αγκαλιές μου φέρνουνε τα χάδια και τα ρόδα.

Πάντ’ αγκαλιές μου φέρνουνε τα χάδια και τα ρόδα,

τα χάδια και τα ρόδα. Δες τα δικά μου, αγάπη μου,

τα δυνατά μου χέρια, πώς μ’ έναν πόθο ολότρεμα

ξαμώνουν ν’ αγκαλιάσουν το κορμί σου, κορμί που

ερωτομύρωσεν η αποσπερνή χαρά.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Χαρά μου πώς λαχτάρισα,

Αχ πότε να ‘ρθεί το βράδυ.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Να, ο αποσπερίτης... Φάνηκε.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

6.2 Πόσο αγαπώ τα χέρια σου τα δυνατά σου χέρια.

Πάντ’ αγκαλιές θα παίρνουνε τα χάδια και τα ρόδα.

Πάντ’ αγκαλιές θα παίρνουνε τα χάδια και τα ρόδα,

τα χάδια και τα ρόδα. Δες τα δικά μου, αγάπη μου,

τα κοντυλένια χέρια, πώς μ’ έναν πόθο ολότρεμα

ξαμώνουν ν’ αγκαλιάσουν το κορμί σου,

κορμί που ερωτομύρωσεν η αποσπερνή χαρά.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Αχ! Πότε να ‘ρθεί το βράδυ.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Να, ο αποσπερίτης φάνηκε.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ - ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Βραδιάζει πάλι αγάπη μου, ζυγώνει το σκοτάδι.

Θαμπώνει ο κόσμος γύρω μου κι εσύ μονάχα

λάμπεις. Βραδιάζει πάλι αγάπη μου ζυγώνει το

σκοτάδι, στης νύχτας τη γαλήνη σ’ αποθυμώ διπλά.

Διπλά! Σ’ αποθυμώ διπλά... στης νύχτας τη γαλήνη

σ’ αποθυμώ διπλά.

6.3 ... στης νύχτας τη γαλήνη σ’ αποθυμώ διπλά...

(Αφήνοντας την αγκαλιά της Σμαράγδας.)

Σιπλά γιατί σβήστηκεν ο άλλος μου ο πόθος,

στεριώθηκε το γιοφύρι!

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Μήτε ο ίδιος κι εσύ δεν ξέρεις ποιαν, καλέ μου,

αγαπάς πιο πολύ, την καλή σου ή την τέχνη σου;

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ (λίγο ανήσυχος, σαν να θέλει

να αλλάξει κουβέντα.)

6.4 Σώπα, σώπα Σμαράγδα, παιδιάστικοι φόβοι σε

τάραξαν άδικα. Σίδερο, σίδερο το γιοφύρι, σίδερο κι

η δύναμή μου. (Στους Θεριστάδες που φαίνονται

στο βάθος.) Σίδερο, σίδερο! Ε, Θεριστάδες;!

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ (φοβισμένη)

Σιγά, σιγά Πρωτομάστορα, τη χαρά μας κρυφή ας

κρατήσουμε, την ακούσει ζηλόφθονη Μοίρα, μην

ακούσει ζηλόφθονη Μοίρα.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ (στους θεριστάδες που

φαίνονται στο βάθος.)

Στεριώθηκε το γιοφύρι.

 

ΓΕΡΟΣ (προχωρεί στον Πρωτομάστορα με

ασυγκράτητο μίσος.)

 7.1 Τα φτερά σου χαμήλωσε Πρωτομάστορα,

ως τώρα τρεις φορές σού γκρεμίστηκε το γιοφύρι.

Το ξέχασες; Ποιος είσαι συ και πουθ’ έρχεσαι και

τολμάς ποταμό να σκλαβώσεις; Στην κατάρα κι εσύ

κι οι μαστόροι σου των χεριών σου τα έργα στ’

ανάθεμα, στ’ ανάθεμα, στ’ ανάθεμα... κι εσύ κι οι

μαστόροι σου, στ’ ανάθεμα...

 

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ

7.2 Στην κατάρα κι εσύ κι οι μαστόροι σου, των χεριών σου τα έργα στ’ ανάθεμα!

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Σωπάτε, σωπάτε.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Η κατάρα σας δεν μ’ αγγίζει

στη δόξα που πήρα δεν φοβάμαι τη Μοίρα.

 

ΓΕΡΟΣ

7.3 Δεν φοβάται, δεν τρέμει τη Μοίρα!

 

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ

Δεν φοβάται!

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Πόσο είν’ όμορφος, Θεέ μου και πόσο δυνατός...

 

ΓΕΡΟΣ

... Από πάνω μας ο Θεός...

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Δεν φοβάμαι, δεν τρέμω τη μοίρα και ζωή σ’ έναν

κόσμο χαρίζω και ζωή σ’ έναν κόσμο χαρίζω.

 

ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ

... Από πάνω μας ο Θεός...

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ - ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Ναι, ζωή σ’ έναν κόσμο χαρίζω (χαρίζει).

 

ΓΕΡΟΣ - ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

...ο Θεός είναι.

...από πάνω μας ο Θεός είναι.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

...δεν φοβάμαι, δεν τρέμω τη μοίρα.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Πόσο είναι όμορφος, Θεέ μου και πόσο δυνατός.

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ - ΓΕΡΟΣ

Από πάνω μας είναι ο Θεός...

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

Ο Θεός, ο Θεός από μας είν’ μακριά,

ο Θεός από μας είν’ μακριά, ο Θεός είν’ μακριά.

Χα, χα, χα είναι μακριά... κ.λπ.

 

(Αστράφτει, βροντά. Όλοι στέκονται τρομαγμένοι.)

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ (με άγριο θρίαμβο.)

7.4 Α! Θ’ αρχίσει πάλι ν’ ανατριχιάζει

και να τρέμει και να σειέται συθέμελα

και τη νύχτα πάλι θα γκρεμιστεί.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Ε! Σωπάτε ραγιάδες. Στεριώθηκε το γιοφύρι.

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

Να ζήσεις Πρωτομάστορα, να ζήσουν κι οι

Μαστόροι. Γιοφύριν εστεριώσαμε.

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Πάλι θα γκρεμιστεί

σωρός από πέτρες και ξύλα κι ασβέστες.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Σωπάτε μεισεροί και σακάτηδες όλοι.

 

ΓΕΡΟΣ - ΧΟΡΟΣ ΘΕΡΙΣΤΑΔΩΝ

Βρίζεις κιόλας; Βρίζεις κιόλας; Βρίζεις κιόλας;

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

Να ζήσεις Πρωτομάστορα...

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Μακριά, μακριά ραγιάδες, μακριά!

 

ΘΕΡΙΣΤΑΔΕΣ

Κομμάτια σε σκίζω.

 

7.5 (Ο Γέρος και οι Θεριστάδες ορμούνε να

χτυπήσουν τον Πρωτομάστορα, όταν ξαφνικά

ακούγονται σάλπιγγες και ταμπούρλα επάνω στο

γιοφύρι. Όλοι σταματούνε φοβισμένοι.

8.1 Από μακριά φαίνεται να παερνά το γιοφύρι ο

¶ρχοντας με την ακολουθία του. Οι άντρες κι οι

γυναίκες στριμώγνονται συνεσταλμένοι.)

 

ΟΛΟΣ Ο ΧΟΡΟΣ

8.2 Γεια χαρά σου ¶ρχοντα τρανέ. Δάμασες τον

ποταμό αφέντη δυνατέ. Γεια χαρά σου,σκλάβωσες τον

ποταμό. Κι αν φριμάζει κι αν βογκά σαν άτι, συ

περήφανος περνάς. Γεια χαρά σου ¶ρχοντα,

ευλογημένος νά ‘σαι πάντα. Συ τον άγριο ποταμό

γεφύρωσες, μονάχα εσύ τον δάμασες σαν άγριο

θηρίο. Γεια χαρά σου ¶ρχοντα τρανέ μας, γεια χαρά.

Γεια χαρά, γεια χαρά σου ¶ρχοντα τρανέ,

που γεφύρωσες τον άγριο ποταμό,

γεια χαρά σου, γεια χαρά σου  κ.λπ.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

9.1 Τι τρέχει, γιατί δεν χορεύετε;

Γιατί δεν τραγουδάτε;

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ (Τον αγκαλιάζει τρυφερότατα.)

Πατέρα μου, πατέρα μου.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ (Χαϊδεύοντας τη Σμαράγδα.)

Αγάπη μου Σμαράγδα. (Στους άλλους.)

Κάτι τρέχει εδώ μέσα. Είναι πανηγύρι σήμερα.

Θέλω χορό και τραγούδια σήμερα!

Γι’ αυτό σας σχόλασα νωρίς από το θέρος,

για να γιορτάσετε το γιοφύρι που στεριώθηκε.

Μίλα συ γέρο, γιατί δεν χορεύετε, γιατί;

 

ΓΕΡΟΣ (υποκριτικά).

9.2 Αφέντη σε προσμέναμε ν’ αρχίσομε τραγούδι,

να στήσουμε χορό. Λα, λα, λα, λα ...

(Ο Γέρος αρχίζει πρώτος να χορεύεί και οι άλλοι

τον ακολουθούν.)

 

ΧΟΡΟΣ

Έκλαιγε λυπημένα, βαριά που σ’ αγαπώ...

ένα πουλάκι την αυγή.

 

9.3 (Οι τσιγγάνες χορεύουν με ντέφια.)

 

9.4 (Τέλος του χορού)

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Και τώρα σπίτι, σας καλώ για γλέντι και χορό.

 

ΟΛΟΣ Ο ΧΟΡΟΣ

(Στριφογυρίζει και αλαλάζει με χαρά.)

Γεια χαρά σου ¶ρχοντα μεγάλε και τρανέ,

Γεια χαρά σου, γεια χαρά!

 

Τέλος της Α΄ Εικόνας του Α΄ Μέρους.

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Α΄  ΕΙΚΟΝΑ Β΄

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Και που ‘σαι Πρωτομάστορα, έλα κοντά μου.

(Ο Πρωτομάστορας προχωρεί ανάμεσα από τους

Μαστόρους του, στέκει, όμως, λίγο παράμερα.)

Είμαι ευχαριστημένος σήμερα

μαζί σου Πρωτομάστορα.

10.2 Τώρα που περνούσα απ’ το γιοφύρι απάνω

στάθηκα και κοίταξα τον ποταμό.

Α! Μούγκριζε και φρύμαζε, θεριό στα σιδερένια κάγκελα,

φρύμαζε σαν άτι αμέρωτο, που πρώτη

φορά νιώθει στο στόμα χαλινάρι.

10.3 Από τη νύχτα όπου έπνιξες το γιο μου,

ορκίστηκα σκλάβο να σε κάνω και να διαβαίνουν οι

ανήμπορες γυναίκες και τα κοπάδια, τα πρόβατά

μου και τα κοπάδια οι ραγιάδες μου.

Κι εσύ ανήμπορος να λυσσάς και να κλαις,

ανήμπορος να κλαις. Α! Μούγκριζε και φώναζε φάε

τα δόντια σου με μάνια, τα νύχια σου στις πέτρες

σπάσε τα, φρύμαζε σαν άτι αμέρωτο,

που πρώτη φορά νιώθει στο στόμα χαλινάρι.

10.4 (Προχωρεί προς το γιοφύρι.)

Το γιοφύρι στέκει ασάλευτο σαν το Θεό.

 

10.5 ΧΟΡΟΣ

Τιμή και δόξα στον Αφέντη μας.

Τον άγριο ποταμό γεφύρωσες.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Και τώρα Πρωτομάστορα τι θες να σου χαρίσω;

Μίλησε, ό,τι ζητήσεις θα το λάβεις.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ (προχωρεί λίγο).

11.1 Ένα παλάτι ¶ρχοντα γυρεύω από τα σένα, με

περιβόλι ολάνθιστο και κρούσταλλα νερά, και νά

‘χει πόρτα ολόχρυση και σκάλα φιλντισένια, για να

ταιριάζει στη γλυκιά που αγάπησα κυρά! Μια μέρα

εκεί που διάβαινα πέρα από την άσπρη στράτα, νά

‘τηνε και ξανάφανη αχνή σαν ξωτικιά μεσ’ τα

κρινένια χέρια της, ολάσπρα ρόδα εκράτα και ρόδα

τα τετράξανθά της στόλιζαν μαλλιά. Τέτοια κοντά

μου εστάθηκε με μάτια δακρυσμένα και λέει:

Για σέναν αγρυπνούσα στη βουβή νυχτιά. Είμ’ η

αγάπη, είμ’ η αγάπη, κι έρχομαι με χέρια μυρωμένα

στα χείλη μου φωλιάζουνε με πόνο τα φιλιά. Τ’

αστέρια αχνοφωτίζανε τη μαγεμένη στράτα κι εγώ

γυρτός εβρέθηκα στα πόδια της μπροστά.

11.2 Τώρα παλάτι ΄Αρχοντα γυρεύω από τα σένα

με περιβόλι ολάνθιστο και κρούσταλλα νερά. Και νά

‘χει πόρτα ολόχρυση και σκάλα φιλντισένια για να

ταιριάζει στη γλυκιά που αγάπησα κυρά.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ (Σηκώνεται ευχαριστημένος.)

11.3 Πράμα μικρό για πλερωμή μού ζήτησες

Πρωτομάστορα. Θα το λάβεις.

 

ΧΟΡΟΣ ΜΑΣΤΟΡΩΝ

Συ θες να παντρευτείς να μπεις σε σπίτι μέσα. Και

μας πού μας αφήνεις; Και μας πού μας αφήνεις;

Και πώς θα χωρέσουνε ψυχή σαν την ψυχή σου,

Πρωτομάστορα, οι τοίχοι του σπιτιού σου;

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Σωπάτε!

Θα ξαποστάσομε λίγο, έπειτα ξεκινούμε πάλι.

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Πρωτομάστορα, κάποιο ξωτικό θα σου πλάνεψε το

νου. Γι’ αυτό κι εμείς τα έργα των χεριών σου

θωρούμε να τρέμουνε και να γκρεμίζονται έτσι.

 

ΤΣΙΓΓΑΝΕΣ

Πού ‘ναι ο καιρός που έστηνες γιοφύρια

και μήτε στοιχειά ή Θεός δεν τα κουνούσε!

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

12.1 Μην τους ακούς, μην τους ακούς, μην τους

ακούς. Πρωτομάστορα μείνε μαζί μας, μείνε.

12.2 Δεν υπάρχει γλυκότερο πράμα από τη γλύκα

του χαμηλού σπιτού. Δεν υπάρχει ζεστότερο πράμα

από τη ζέστα του χαμηλού σπιτιού. Να γυρίζεις το

βράδυ και να σε περιμένει στο κατώφλι η

γυναικούλα σου, στα γόνατά της τα ζεστά,

κρατώντας την ευτυχία.

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Την ευτυχία, Πρωτομάστορα, στην αγάπη δε θα βρεις!

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

12.3 Μείνε μαζί μας Πρωτομάστορα

κι εγώ ο ίδιος θα σε στεφανώσω

και το παλάτι εγώ και μ’ έξοδά μου θα στο χτίσω.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ (Μόνη τρέμοντας.)

Ακούω την καρδιά μου να σπάνει από χαρά.

Ακούω την καρδιά μου να σπάνει από χαρά.

... να σπάνει από χαρά.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Και με το καλό,

ποια ‘ναι η τυχερή που διάλεξε η καρδιά σου;

 

ΓΕΡΟΣ (Με τρόμο και μίσος, επάνω στο γιοφύρι.)

13.1 ¶ρχοντα, τρέμει το γιοφύρι. Ακούστε τον

ποταμό και το γιοφύρι πώς μάχονται.

(Φαίνεται από μακριά το γιοφύρι να σειέται. Οι

γυναίκες τρομαγμένες, τρέχουνε πάνω - κάτω. Οι

Μαστόροι τρέχουνε απελπισμένοι προς το γιοφύρι.

Γκρεμιέται το γιοφύρι.)

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

13.2 Α! Γκρεμίστηκε πάλι.

(Η Σμαράγδα κάνει μια κίνηση σαν να θέλει να

πλησιάσει τον Πρωτομάστορα, μα δεν τολμά.)

 

ΜΑΣΤΟΡΟΙ

Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές

μας. Ολημερίς το χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

13.3 Σωπάτε, μη φωνάζετε,

πάλι θα υψωθεί και θα θεμελιώσει όσο κι αν βροντά

κι αν φωνάζει αυτός που ‘ναι ‘κει πάνω.

 

ΧΟΡΟΣ

Ω! Πώς βλαστημάει και δεν φοβάται.

Όλους ο Θεός θε να μας κάψει.

Όλους θα μας κάψουν οι βλαστήμιες.

¶κου, ο ποταμός μουγκρίζει.

(Όλος ο Χορός τρέχει τρομαγμένος για να σωθεί

από το μεγάλο χαμό, μα στέκουν όταν παρουσιάζεται

η Μάνα ακουμπώντας σ’ ένα κοριτσάκι.

Προχωρεί αργά και βαριά προς τον ¶ρχοντα.)

14.1 Έλεος, Μάνα, που εσένα τα βοτάνια τα φύλλα

τους ανοίξανε και σου είπαν τι γιατρεύουν.

Έλεος, Μάνα, που εσένα και τ’ αστέρια σ’ αφήνουν

και διαβάζεις τ’ απόκρυφα του νου μας.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Έλεος, Μάνα, συ όλα τα ξέρεις. Στό ‘να σου χέρι

το θάνατο κρατάς και στ’ άλλο τη ζωή.

¶νοιξε το χέρι το δεξί σου, Μάνα,

και χάρισέ μας τη γλυκιά, γλυκιά ζωούλα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

14.2 Μάνα, χρέος έχει να μιλήσεις

και να σώσεις το χωριό μας.

 

(Η Μάνα προχωρεί λίγο ακόμα προς τον ¶ρχοντα.)

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Μη φοβάστε, μη φωνάζετε σιμά σας είμ’ εγώ.

Δεν ντρέπεστε τη Μάγισσα ν’ ακούτε;

 

ΜΑΝΑ (Στέκει αντίκρυ στον Πρωτομάστορα.)

14.3 Ποιος είσαι συ, νέε, που τόσο παιδιάστικα

κι απόκοτα παίρνει απάνω σου τόσες ψυχές;

Ποιος είσαι, ποιος είσαι,

ποιος είσαι που παίρνεις ψυχές;

Τρεις φορές ως τώρα μαυροφόρεσες το χωριό μου,

πνίγοντας τους στρατολάτες που διαβαίνανε πάνω

από το σαπιοθέμελο γιοφύρι των χεριών σου.

Ποιος είσαι συ νέε, ποιος είσαι, ποιος είσαι;

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

14.4 Ποιος είμαι, ποιος είμαι;

Είμαι ο ξανθός λεβέντης που ‘ρχεται μια μέρα,

από που κανένας δεν το ξέρει, μήτε κι αυτός ο

ίδιος. Εγώ ραγιάς δεν είμαι, μη φοβερίζεις καλή μου

γριούλα. Εγώ ραγιάς δεν είμαι.

Εμένα γύφτοι μ’ αναθρέψανε μεσ’ σε τσαντίρια

τρύπια ξεσκισμένα, που ‘μπαιναν οι άνεμοι, οι

μπόρες κι οι βροχές, τα χιόνια μα κι οι ξαστεριές.

Και πάντα με ζουρνάδες, με βιολιά σαν διαβατάρικα

πουλιά περνούσαμε τους κάμπους, τα βουνά.

Και νιώθω Μάνα μια ψυχή, μια γύφτα ψυχή

πλατιά, ναι, πλατιά σαν τη θάλασσα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

14.5 Σώπα, Πρωτομάστορα. Δεν φτάνει που δε

στήνει το γιοφύρι μόνο βρίζεις και γελάς κιόλας;

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Σώπα, Πρωτομάστορα. Μην τα βάζεις με τη Μάνα

που κρατάει τα κλειδιά του ριζικού μας.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ

Χα, χα, χα, τη μάγισσα φοβάστε.

 

ΓΕΡΟΣ

Βρίζει, βρίζει τη Μάνα, τη Μάνα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Μη βρίζεις, μη βρίζεις τη Μάνα.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

Μη βρίζεις τη Μάνα.

 

ΜΑΝΑ

15.1 Μάγισσα εγώ, νέε αστόχαστε, δεν είμαι.

Μόνο ο πόνος με δασκάλεψε τα μυστικά της ζωής.

Εμένα ο χρόνος και τα δάκρυα πετρώσαν μέσα μου

κολόνα το σταλαχτίτη της σκλαβιάς

κι έρχεσαι συ νέε και βρίζεις τη Μάνα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ (Προσταχτικά)

Περιμένω, χρέος έχεις να μας πεις Μάνα, τι να

κάνομε για να σωθούμε. Ποιος φταίει Μάνα και δε

στέκει το γιοφύρι; Ποιος φταίει Μάνα και χαλάει

το γιοφύρι; Ποιος φταίει, ποιος Μάνα;

Ποιος φταίει, πες Μάνα.

 

ΜΑΝΑ

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;

(Δείχνει τον Πρωτομάστορα.)

Ο Πρωτομάστορας,

να ποιος φταίει και χαλάει το γιοφύρι.

 

ΧΟΡΟΣ

Ο Πρωτομάστορας, ο Πρωτομάστορας.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Λέει ψέματα, ψέματα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Σμαράγδα, παιδί μου, πώς μιλάς έτσι;

Η Μάνα δεν λέει ψέματα ποτέ της.

 

ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ (κοροϊδευτικά.)

Χα, χα, χα, εγώ, εγώ σας φταίω, εγώ χαλώ το

γιοφύρι, χα, χα, χα.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ (με μεγάλη ταραχή.)

Ψέματα λέει, ψέματα πατέρα μου,

αχ άκου με, τη Μάνα μην πιστεύεις.

 

ΜΑΝΑ (στον Πρωτομάστορα).

Εσύ, ναι εσύ, εσύ που πριν να ζώσεις στη μέση σου

τη ζώνη του πόνου, κατεβαίνεις να παλέψεις στα

ματωμέν’ αλώνια της ζωής, εσύ που πριν να κάψεις

στα στήθη την καρδιά σου έρχεσαι νέε

και θες ν’ αλλάξεις τη Μοίρα μας.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Σκοτεινά ‘ναι τα λόγια σου, Μάνα,

χρέος έχεις να μιλήσεις.

 

ΜΑΝΑ

15.2 Τη μέση του λυγίζει η ευτυχία και τρέμουνε τα

χέρια του για τη γυναίκεια σάρκα, δεν είν’ αγνός,

δεν είν’ αγνός, δεν είν’ αγνός! Δεν είν’ αγνά τα χέρια

του για τα μεγάλα τα έργα τι, της γυναίκας τα φιλιά

τα τριανταφυλλένια πάντα στα μάτια του μπροστά

ρόδινο πέπλο υφαίνουν, και ν’ αγναντέψει καθαρά

κι αλάργα δεν αφήνουν. Κοιτάχτε τον, κοιτάχτε τον,

ο ήρωας, ο ξανθός λεβέντης. Αυτός που τα μπράτσα

του τ’ απλώνει για ν’ αδράξουνε τη νίκη

κι αυτά παραλούνε και πέφτουνε στα ερωτικά

κρεβάτια. Κοιτάχτε τον, κοιτάχτε τον, κοιτάχτε τον,

της γυναίκας το κορμί όλη νύχτα υψώνεται

και λάμπει του μπροστά σαν πύργος φιλντισένιος, και

μικρές του φαίνονται οι νύχτες και τρικλίζει του το

σώμα κι είν’ τα μάτια του βαριά κάθε πρωί που

πιάνει τη δουλειά. Κοιτάχτε τον, που θέλει(ς) να

στεριώσει και γιοφύρια. Μα στέριωσε πρώτα το

κορμί σου σε σιδερένια γόνατ’ αντρικά κι ύστερα

καταπιάνεσαι με τα μεγάλα τα έργα.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

15.3 Μάνα, τι να κάνομε τώρα για να σωθούμε;

Λέγε.

 

ΜΑΝΑ

¶ρχοντα, θυσία μεγάλη η Μοίρα ζητά,

η Μοίρα ζητά.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ (Με βαρύ κι επίσημο ύφος.)

15.4 Ορκίζομαι όποιος και νά ‘ναι αυτός όποιος και

νά ‘ναι, αυτόν όπου η Μοίρα ζητά με τα ίδια μου

χέρια στο θάνατο να δώσω. (Γενική σιωπή, κανείς

δεν τολμά να σηκώσει τα μάτια.)

 

CD 2

ΜΑΝΑ (Προς τον Πρωτομάστορα.)

1.1       Τη γυναίκα που αγαπάς, που για δαύτη

ξαγρυπνάς και σου πλάνεψε το νου, αυτήν η Μοίρα,

αυτήν ζητά, και πρέπει να σκοτωθεί προτού ο ήλιος

βασιλέψει αλλιώς τη νύχτα αυτή καινούργιοι

αφανισμοί θα ‘ρθούνε. Κι όχι όπου λάχει θα

σκοτωθεί, μόνο στα θεμέλια του γιοφυριού αγκωνάρι

θα χτιστεί. Μόνο απάνω στο κορμί της θα στεριώσει

το γιοφύρι, μόνο απάνω της σαν θα χτιστεί.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

1.2       Απάνω στο κορμί της

θα στεριώσει το γιοφύρι Μάνα;

 

ΜΑΝΑ

Ναι, παιδί μου. Αχ! Ναι!

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Πες τ’ όνομά της, Μάνα, πες τ’ όνομά της.

 

ΣΜΑΡΑΓΔΑ

Μην την ακούς, μην την ακούς,

πατέρα μου μην την ακούς.

 

ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Πες τ’ όνομά της Μάνα.

(Όλοι περιμένουνε με

αγωνία, η Μάνα στέκεται σιωπηλή και σκεφτική.)

 

ΜΑΝΑ

1.3       Δεν κάνει εγώ να σας το πω, δεν κάνει εγώ να

σας το πω, πρέπει ο ίδιος αυτός ή μονάχη της

εκείνη να μολογήσουν για να ‘χει αξία ο σκοτωμός.

(Κάνει λίγα βήματα αργά για να φύγει, έξαφνα

στέκει και γυρίζει.)

1.4       Πρωτομάστορα, Πρωτομάστορα, Πρωτομάστορα,

σκίσε τα στήθια σου και βγάλε την καρδιά σου και

βάλε τη θεμέλιο στο γιοφύρι, σαν θέλεις να

στεριώσει. Σκίσε τα στήθια σου και βγάλε την

καρδιά σου και βάλε τη θεμέλιο στο γιοφύρι