This page contains Greek.
ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
Η σκηνή παριστάνει ένα φτωχικό δωμάτιο χωριάτικου
ελληνικού σπιτιού, στα βορινά της Θεσσαλίας, με λίγα πράγματα. Ένα κρεβάτι, ένα
τραπέζι, μερικά σκαμνιά. Στη γωνιά καίει η φωτιά. Ο Γιαννάκης κάθεται παραστιάς
κοιτάζοντας της φλόγα το
παιγνίδισμα, παραδομένος σε βαθιά ονειροπόληση. Η Μάνα συγυρίζει, δώθε κείθε,
αγροικάει τρομαγμένη το φυσομάνημα του Βοριά και κοιτάζει μ’ ανησυχία και
στοργή το γιο της.
ΜΑΝΑ
Πλησιάζει το Γιαννάκη
Ε, φύλακα του ονείρου σου,
σκλάβε των καημών σου,
τραγουδιστή μου ολάκριβε,
αγόρι της καρδιάς μου.
Ε, φτάνει πια η συλλογή
που σαν πουλάκι φτερουγάει
γύρω στ’ αχνό σου μέτωπο.
Έξω ο Βοριάς φυσομανάει!
Άκου πώς ρυάζεται και πώς φρυμάζει!
Μα εδώ γλυκαίνει η μαύρη ώρα.
Στη στια χαρούμενη καίει η φωτιά,
όμοια ολόζεστη και μυροφόρα
η αγάπη μου σε τριγυρνά.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Μάνα, σα μπάλσαμο κυλάν
τα λόγια σου μεσ’ στην καρδιά μου.
Τα περασμένα ανιστορά
παλιές χαρές, σβυσμένα μάγια.
Σαν όραμα περνούν στερνό
τα πρώτα μου ολόχαρα χρόνια.
ΜΑΝΑ
Ευλογημένη η άγια νύχτα
που ξανανιώνει μας τη μνήμη
παλιάς χαράς, πάντα καινούριας.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Κρατούμενος στην αγκαλιά σου
επρόσμενα πάντα με λαχτάρα
πότε θα σήμαινε η καμπάνα
-σάμπως αγγέλου προσταγή
κι εκκλησιά η φεγγόβολη
μοσχοβολούσε απ’ τα λιβάνια.
Κρατούμενος στην αγκαλιά σου
επρόσμενα πάντα με λαχτάρα!!
Πέφτει αποκαμωμένος στο σκαμνί του
ΜΑΝΑ
Μη σε πλανεύει τόσο η λύπη.
Θ’ ανθίσει πάλι νέα χαρά.
Χρόνια καλύτερα θα ΄ρθούν. Ποιος ξέρει;
Νυχτιά τα φέρνει, αυγή τα παίρνει
τα σύγνεφα της συφοράς.
Εσύ, χρυσέ, να ‘σαι καλά
και τα τραγούδια σου τ’ αβάσκαντα.
Νυχτιά τα φέρνει, αυγή τα παίρνει
τα σύγνεφα της συφοράς.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Μάνα, το ξέρω θα πεθάνω!
Κρυφή πληγή με καταλεί, με λιώνει
κι ο πόνος μου διπλός φουντώνει
τα γραμμένα μας σαν θυμηθώ βουνά!
Απόψε ομάδι οι πιστικοί εκεί πάνω
Θ’ ανάψουν τις φωτιές ψηλές ως τ’
άστρα.
Γύρω θα σαλαγάν στοιχειά και παγανά
κι αυτοί με μια γλυκότατη λαχτάρα
κάτω απ’ τα ουράνια τ’ αγιασμένα
θα καρτερούν τη θεία γέννα.
Κι εγώ, κι εγώ γυρτός εδώ
αργοπεθαίνω!..
Αχ, να μπορούσα πια ψυχή μου,
σπάζοντας όλα τα δεσμά μου,
να υψωθώ μ’ ένα πέταμα
ελαφρό ως των γεράνιων βουνών
την απόκοσμη πλάση
στα ξέφωτα που οι ανεμικές
αιθέριες στήνουνε φιλιές
και σα χρυσό ρείθρο αναβρύζει
το φέγγος τ’ άυλο του χλωμού
κι ολοανθισμένου φεγγαριού.
Κι ωιμέ, τ’ ασώπαστο μαράζι
που την καρδιά μου αργοσπαράζει
να σκόρπιζα στον πράον αιθέρα,
στην πάχνη της αυγής,
πέρα απ’ τη νύχτα, απ’ τ’ άστρα πέρα.
Του κάκου ανήμπορο κορμί,
δετό της γης και της αρρώστιας,
να παραδέρνει μεσ’ στο χώμα
της Μοίρας σου έταξεν η οργή.
Χτυπούν την πόρτα. Μπαίνει ο Κυριάκος
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Γεια , χαρά σας και καλήν αυγινή
ταχιά και καλωσορισμένη.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Καλώς μας κόπιασες και συ.
ΜΑΝΑ
Έξω η νυχτιά είν’ ανταριασμένη.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Τέτοια αγριάδα δε θυμάμαι χρόνια.
Στ’ άφωτα της νύχτας αλώνια
με του Βοριά τα μαυροφτέρουγα άτια,
τα πάρωρα γυρνούν δαιμόνια.
Ενώ ο Γιαννάκης είναι βυθισμένος σε συλλογή
μπροστά στη φωτιά, ο Κυριάκος παίρνει
παράμερα τη Μάνα.
Απόψε σε προσμένω,
τα μεσάνυχτα άμ’ απλώσουν
από τους μαύρους ουρανούς.
Η εκκλησιά θα ‘χει απολύσει
δε θα μας δει ανθρώπου μάτι.
Ίσκιος στους Ίσκιους θα στέκει
εκεί, κάποιος που ζητάει
ν’ αποχτήσει, ν’ αγοράσει
το πανώριο δαχτυλίδι.
ΜΑΝΑ
Κλαίγοντας
Το δαχτυλίδι!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ονειροπολώντας
Η Ερωφίλη!
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Στη Μάνα
Του είπα τόσο τριγύρω αστράφτει
μ’ άσωστη φεγγοβολιά
που σαν την πούλια καίνε.
ΜΑΝΑ
Τα μάτια μου τα κλαίνε.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Τ ανεξετίμητα πετράδια.
ΜΑΝΑ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Κύμα η λάμψη στα σκοτάδια
με μιαν εφτάδιπλη φωτιά!
Καμπάνες μέσα από τη σκηνή
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Να, εσήμανε η καμπάνα.
Η λειτουργιά σε λίγο αρχίζει.
Σφίξε την καρδιά σου Μάνα
δύστυχη. Στερνή σου λύπη
να ΄ναι αυτό το δαχτυλίδι.
ΜΑΝΑ
Κλαίγοντας
Το δαχτυλίδι!.. Το δαχτυλίδι!..
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Τινάζεται επάνω
Η Ερωφίλη!.. Η Ερωφίλη!..
ΕΡΩΦΙΛΗ
Μέσα από τη σκηνή
Α! Α! Α!
ΧΟΡΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ
Α! Α! Α!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ω, πως χτυπάει η καρδιά μου!
Να! Ζυγών΄ η γλυκιά κυρά μου.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Στο Γιαννάκη
Οι κοπέλες που περνάνε
σε προσχαιρετάν
και σε τραγουδάνε.
ΜΑΝΑ
Οι κοπέλες σε τραγουδάνε.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ω, τι γλυκός σκοπός,
πως με μαγεύει!
ΕΡΩΦΙΛΗ
Πάντα μέσα από τη σκηνή.
Αφέντη όντας γεννήθηκες σε τάισαν τ΄
αηδόνια
και σου προφτάσανε το κρύο νερό τα
λαφομόσκια.
Και βγήκες συ ο εξακουστός στη γης στην
οικουμένη.
ΧΟΡΟΣ
Το κρύο νερό τα λαφομόσκια.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Αχ! Ερωφίλη!
Το τραγούδι σου καινούρια ζωή μου
δίνει.
ΧΟΡΟΣ
Κι άλλοι κινάν με δαμασκιά κι άλλοι
γυρνάν με δοξάρια.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Και συ, θάμμα και σάστισμα, κουρσεύεις
με τραγούδια.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ερωφίλη! Θάμα εσύ και σάστιμα!
ΧΟΡΟΣ
Και βάι, ο αχός του τραγουδιού κάστρα
ξεθεμελιώνει.
Κάστρα και μαρμαρόπυργους κι αυλές
μαρμαρωμένες.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Κι αν τραγουδήσεις σε στεριά λιγώνονται
οι κοπέλες.
Κι αν σε λιμιώναν αγαθό τα κάτεργα
βουλιάνε.
ΧΟΡΟΣ
Κι αν σε βραδυά και ξαστεριά τρέμουν να
πέσουν τ΄ άστρα. Α! Α!
ΕΡΩΦΙΛΗ
Μπαίνοντας απ΄ την πόρτα
Αφέντη όντας γεννήθηκες σε τάισαν τ΄
αηδόνια!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ερωφίλη, Ερωφίλη
καλώς μας ήρθες με τις κοπέλες.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Ήρθα κι εγώ
μαζί με τις κοπέλες
του χωριού ως εδώ.
ΜΑΝΑ
Καλώς μας κοπιάσατε.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Για να σας χαιρετήσω
και σας καλοβραδίσω.
ΜΑΝΑ
Καλές γιορτάδες κοπέλες μου
και χρόνια πολλά.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Γεια - χαρά σου Κυρά.
Α! Χρόνια πολλά.
ΧΟΡΟΣ
Α! Α! Α!
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Στην Ερωφίλη που ετοιμάζεται να φύγει.
Καρτέρα κόρη
να σώσω το μίλημα.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ω, μείνε Ρωφίλη!
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Μόνο δυο λογια
κι έρχομαι να φύγουμε.
Η Ερωφίλη κάνει νεύμα στα κορίτσια πως θα
μείνει.
Ο Κυριάκος παίρνει τη Μάνα και τραβάνε
παράμερα.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Με πάθος προς την Ερωφίλη μόλις έμειναν
μόνοι.
Ωραία, που καθώς πρόβαλες
στα θαμπωμένα μάτια,
μιαν αυγή σα να χύθηκεν
ο αγέρας σα ν΄ αστράφτει.
Θιαμάζομαι σαν περπατάς
τα δέντρα δεν ανθούνε
στο διάβα σου το λυγερό
δεν ραίνουν σε τα ρόδα.
Κι ο λογισμός μου ολόφωτος
απ΄ τη δική σου λάμψη
και την αγνή σου θύμηση
βαριά ευωδιά γεμάτος,
σ΄ έκραζε, σε τραγούδαγε, σ΄ αντάμωνε,
ω, λαχτάρα,
την καρδιά μου συ πρώτε καημέ,
στερνό μου εσύ τραγούδι...
ΕΡΩΦΙΛΗ
Δειλά, με μεγάλη τρυφερότητα πλησιάζει
περισσότερο στο Γιαννάκη.
Κι ήρθα να ΄μαι, ολότρεμη.
Πώς ένοιωσα από πέρα
το γλυκό σου κάλεσμα
να ξεσπά σαν τραγούδι.
Κι ήταν σάμπως να καίει
στης ψυχής μου τα τρίσβαθα,
κάποια φλόγα, κάποια έννοια,
ένα μήνυμα απόκρυφο,
όλο πόθος κι όλο πάθος.
Κι ήρθα, πως τ΄ όνειρο έρχεται
στην καρδιά που περιμένει
με λαχτάρα μυστική.
Κι ήρθα, καλέ, για να στο πω
και να στο μολογήσω,
ωραίε, απ΄ το τραγούδι σου
κι από τη φαντασιά σου.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Στάσου σιμά μου.
Σαν όραμα βγαλμένο απ΄ την καρδιά μου.
Τόση άνοιξη και τόσο φως
στη βαρυχειμωνιά μου...
Αχ, στάσου σιμά μου
σαν όραμα βγαλμένο απ΄ την καρδιά
μου...
ΕΡΩΦΙΛΗ - ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Μες΄ του ονείρου τ΄ απόσκιο περβόλι
που πετάν αλαφρά τα πουλιά
χτυπημένα απ΄ του πόθου το βόλι
και μια ανάκουστη χύνουν λαλιά,
το κρυφό μας προσμένει παλάτι
σε μια θεία γαλήνη πνιχτό.
Δεν τ΄ αντίκρυσε ανθρώπου μάτι
για μας στέκει μονάχα ανοιχτό.
Τη μακάρια θα πιω εκεί λήθη,
το βαρύ μου θα πνίξω καημό,
μα η αγάπη θα καίει στα στήθη
και δε θάχ΄ η φωτιά τελειωμό.
Η Ερωφίλη και ο Γιαννάκης βυθισμένοι
πάντοτε στο ερωτικό τους όνειρο ενώ ο
Κυριάκος και η Μάνα ξαναμπαίνουν στο
δωμάτιο τελειώνοντας την κουβέντα τους.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Σύμφωνοι. Σφίξε την καρδιά σου,
Μάνα δύστυχη.
Αν θες να σώσεις το παιδί σου,
τα μεσάνυχτα θυμήσου,
Μάνα δύστυχη, σε προσμένει Ίσκιος στους
Ίσκιους
μυστικός.
ΜΑΝΑ
σιγοκλαίγοντας
Το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι
Μάνα δύστυχη
σαν ίσκιος θα προσμένει
για το δαχτυλίδι.
ΕΡΩΦΙΛΗ - ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ναι, η αγάπη θα καίει στα στήθη
και δε θάχ΄ η φωτιά τελειωμό.
Έξαφνα ακούγονται γέλια και φωνές. Ορμά
μέσα πεταχτός και χαρούμενος ο Σωτήρης με
αγόρια και κορίτσια του χωριού που γυρίζουν
απ΄ τα Κάλαντα.
Ναν τα πούμε;
Μας θέλετε κι εμάς;
ΜΑΝΑ
Μετά χαράς σου γιε μου.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Μπρος παλικάρια όλοι είμαστ΄ εδώ.
Αδερφέ, άκου τι σου τραγουδώ.
Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή
του κόσμου
εβγάτε, δέστε, μάθετε πως ο Χριστός
γεννιέται.
ΧΟΡΟΣ
Γεννιέται κι ανασταίνεται στο μέλι και
στο γάλα
μέλι να τρώνε οι άρχοντες και γάλα οι
αφεντάδες.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Και στο μελισσοβότανο να λούζονται οι
κυράδες.
ΧΟΡΟΣ
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά
καμαροφρύδα,
κυρά μου τον υγιόκα σου και τον
πρωτότοκό σου
για λούστονε και χτένιστον και στείλ΄
τον στο σχολειό του
να τόνε δείρει ο δάσκαλος με τριά
κλωνάρια μόσκο.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Και να του σκούξουν τα παιδιά: Μωρέ
μοσκοδαρμένε,
μωρέ και πούν΄ τα γράμματα, μωρέ και πούν΄
ο νους σου.
ΧΟΡΟΣ
Τα γράμματα είναι στο σχολειό κι ο νους
μου στις κοπέλες
εδώ πέρα κι αντίπερα πέρα στη μαυρομάτα
που ΄χει τα μάτια σαν ελιές τα φρύδια
σα γαϊτάνι.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Και του κοράκου το φτερό το ΄χει
καμαροφρύδι.
ΧΟΡΟΣ
Και του κοράκου το φτερό το ΄χει
καμαροφρύδι.
Κι από χρόνου.
ΕΡΩΦΙΛΗ - ΜΑΝΑ - ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Χρόνια πολλά και καλά κι ευτυχισμένα.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Παιδιά κοντά σταθείτε
δυο λόγια να σας πω.
Τα φανάρια να μη σβήστε
μη σας λάχει απόψε κακό.
Δεν ξέρετε που είναι φευγάτο
από τον Κάτω Κόσμο το μαύρο φουσάτο
των παγανών κι ως την πρωτάγιαση
λαβώνει
το διαβάτη που ξένοιαστος ζυγώνει.
ΧΟΡΟΣ
Με περιέργεια τριγυρίζοντας τον Κυριάκο
Ακουστά το ΄χω από καιρό
μα είν΄ αξήγητο μυστήριο.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Να σας το ξηγήσω εγώ.
Μεσ΄ στα φλόγινα θεμέλια
του Άδη, στης φωτιάς το κέντρο
στυλωμένο ως τη συντέλεια
στέκει γίγαντας το δέντρο
που τη γης αναβαστάζει
και τριγύρω βράζει, βράζει
το κατάρατο γιορτάσι
η οργισμένη μαύρη πλάση.
Ο χορός τραβιέται πίσω φοβισμένος.
Τ΄ άγρια παγανά μανιάζουν,
ρυάζονται, το δέντρο αδράζουν
με τα δόντια, το ξεσκίζουν
με τα νύχια και πασκίζουν
θρύψαλα να το σωριάσουν
και τον κόσμο να χαλάσουν.
ΧΟΡΟΣ
Τ΄ άγρια παγανά μανιάζουν,
ρυάζονται, το δέντρο αδράζουν
με τα δόντια, το ξεσκίζουν
με τα νύχια και πασκίζουν
θρύψαλα να το σωριάσουν
και το δέντρο να χαλάσουν.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Και με λύσσα πελεκάνε
πελεκάν με τα τσεκούρια
και μ΄ αγώνα πολεμάνε
να το ρίξουν μ΄ άγρια φούρια.
Μα πριχού το καταλύσουν
και το δέντρο ως ίσκιος στέκει,
την καμπάνα θα γροικήσουν
να χτυπάει αστροπελέκι.
ΧΟΡΟΣ
Τ΄ άγρια παγανά μανιάζουν,
ρυάζονται, το δέντρο αδράζουν
με τα δόντια, το ξεσκίζουν
με τα νύχια και πασκίζουν
θρύψαλα να το σωριάσουν
και το δέντρο να χαλάσουν.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Και στα ουράνι΄ αντηχούν ωσαννά
που Χριστούγεννα πάλι γιορτάζουν.
Τα σκιασμένα σκορπούν παγανά
΄δω στη γη και βαρειά μας κολάζουν
κι άμ΄ αγιάσουν ξανά τα νερά
μεσ΄ το μαύρο τους πέφτουν Βασίλειο
και το δέντρο ακέριο, γερό
τη γη βαστά προς στην Ήλιο.
ΧΟΡΟΣ
Και στα ουράνι΄ αντηχούν ωσαννά
που Χριστούγεννα πάλι γιορτάζουν.
ΧΟΡΟΣ - ΜΑΝΑ - ΕΡΩΦΙΛΗ - ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ -
ΣΩΤΗΡΗΣ
Και στα ουράνι΄ αντηχούν ωσαννά.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Και τώρα ώρα να φύγουμε.
ΧΟΡΟΣ - ΜΑΝΑ - ΕΡΩΦΙΛΗ - ΣΩΤΗΡΗΣ
Έχετε γεια. Ώρα καλή.
Φεύγουν όλοι εκτός από τη Μάνα, το Γιαννάκη
και το Σωτήρη.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Και τώρα Μάνα
πού ΄μαστε μόνοι
κάτσε μαζί μας
ύπνος ακόμα δε μας σιμώνει.
Αν θέλεις πες μας, ως να μας κοιμίσεις,
κάτι σα νανούρισμα για σαν παραμύθι
ή πιο καλά ανιστόρα μας το δαχτυλίδι.
Η Μάνα τρομάζει και στενοχωριέται.
ΜΑΝΑ
Το δαχτυλίδι - όχι! Κάλλιο τίποτ΄ άλλο
να σας πω.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Ναι, η Μάνα μας, διηγήσου μας
για τώριο δαχτυλίδι
που είχαν δώσει οι μοίρες
στη Μάνα σου ως γεννήθη,
μπροστά τους άμα αντίκρυσαν
τα πλούτια,τα καλούδια.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ναι, η Μάνα μας, δηγήσου μας.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Δηγήσου μας Μανούλα μας,
το βλέπεις κι ο Γιαννάκης στο ζητά.
Πολλά τραγούδια ξέρει
κι ο κόσμος μεσ΄ τα τρίστρατα
Τραγουδιστή τον κράζει.
Μα τέτοιον έμνοστο σκοπό
σαν του δαχτυλιδιού δε λέει.
Ναι, η Μάνα μας, δηγήσου μας
για τώριο δαχτυλίδι,
σελήνη είναι στη νυχτιά
σαν λάμπει, σαν την πούλια.
Ναι, η Μάνα μας, ιστόρα.
ΜΑΝΑ
Με την καρδιά
πολύ βαριά
θα σας το πω.
Το τρίτο βράδυ επρόφτασαν
οι τριμερούσες Μοίρες,
διαβαίνοντας μεσόνυχτα
απ΄ τις κλεισμένες θύρες.
Κι άμα τη Μάνα αντίκρυσαν,
πήραν ναν τη μοιράνουν,
να την καλολογιάσουνε
και μ΄ ευχές να ράνουν.
Μύρια καλά της τάξανε
και την καλοστολίσαν.
Το ριζικό της κλείσανε
με μια στερνήν ευχή:
Το γέλιο από τα χείλη της
ποτές να μη στερέψει
κι αν κλάψει, διαμαντόπετρα
απ΄ τα μάτια της να πέσει.
Κι ύστερα, κι ύστερα, βγάλανε
Η Μάνα βγάζει από τον κόρφο της το
δαχτυλίδι και το δείχνει στα παιδιά της.
το πανώριο δαχτυλίδι
που μ΄ εφτά διαμάντια ολόφωτο
σαν την πούλια αντιφεγγίζει.
Και πριν ως καπνός σκορπίσουνε
στον τρομαγμένο αγέρα,
κατάρα - ευχή του ρίξανε
στερνή βαριά φοβέρα!..
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Πες την κατάρα Μάνα!
ΣΩΤΗΡΗΣ
Μαζί ας την πούμε Μάνα!
ΜΑΝΑ - ΣΩΤΗΡΗΣ
Τη Δόξα του όπου αρνηστεί πια
και πάει να το ξεκάνει,
να ΄ρθεί η Νεράιδα του Βουνού
και πίσω ναν το πάρει.
Να ΄ρθεί η Νεράιδα του Βουνού
και πίσω ναν το πάρει.
Ο Γιαννάκης πετιέται παράφορος.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Κι αν η Νεράιδα του Βουνού
το πάρει εγώ είμαι άξιος
ν΄ ανέβω ως τις ψηλές κορφές
την ίδια για ν΄ αδράξω.
Σαν αποκαμωμένος από την προσπάθεια που
έκανε πέφτει στο κρεβάτι.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Σώπαινε αλαφροϊσκιωτε
Μόνο στη φαντασία σου
θα βρεις Νεράιδες με ξωθιές.
Τώρα αδερφέ ξενοιάσου.
τα παραμύθια τέλειωσαν
και τώρα ξεκουράσου.
Κι η Μάνα μας νανούρισμα
σιγοκρατάει σιμά σου.
Ο Γιαννάκης ξαπλώνεται στο κρεβάτι.
Η Μάνα πάει να δέσει στο μαντήλι της το
δαχτυλίδι, μα αυτό γλιστράει και πέφτει σιμά
στο Γιαννάκη. Η Μάνα χωρίς να το καταλάβει,
δένει το μαντήλι και το κρύβει στον κόρφο της,
θαρρώντας πως έχει μέσα το δαχτυλίδι.
ΜΑΝΑ
Σκεπάζει καλά το Γιαννάκη και τον νανουρίζει.
Να μου το πάρεις ύπνε μου. Τρεις βίγλες
θαν του βάλω.
Ο Σωτήρης ξαπλωμένος κι αυτός παραστιάς, σαν ηχώ της
μάνας του ενώ κι αυτόν τον παίρνει ο ύπνος.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Τρεις βίγλες θαν του βάλω.
ΜΑΝΑ
Τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες και οι
τρεις
αντριωμένοι.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Κι οι τρεις αντρειωμένοι.
ΜΑΝΑ
Βάζω τον Ήλιο στα βουνά και τον αητό
στους κάμπους.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Και τον αητό στους κάμπους.
ΜΑΝΑ
Τον κυρ - Βοριά το δροσερό ανάμεσα
πελάγου.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Το δροσερό ανάμεσα πελάγου.
ΜΑΝΑ
Ο Γήλιος εβασίλεψε κι γιος μου
αποκοιμήθει.
ΣΩΤΗΡΗΣ
Ο Γήλιος εβασίλεψε κι γιος σου
αποκοιμήθει.
ΜΑΝΑ
Να μου το πάρεις ύπνε μου τρεις βίγλες
θαν του βάλω.
ΣΩΣΤΗΡΗΣ
ενώ αποκοιμιέται.
Τρεις βίγλες θαν του βάλω.
Η Μάνα σηκώνεται, βάζει το φακιόλι της,
κοιτάζει στοργικά τα παιδιά της που
κοιμούνται, τα σταυρώνει και κάνει να φύγει
κοιτάζοντας ολοένα το Γιαννάκη. Σταματάει σα
φοβισμένη και μετανιωμένη. Τέλος φεύγει
αργά με σιγαλό περπάτημα.
Η φωτιά σιγοσβήνει στη στια.
Ο Γιαννάκης αναταράζεται στο κρεβάτι του σα
να βλέπει βαρύ όνειρο.