ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
Τ΄ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η σκηνή παρουσιάζει το εσωτερικό ενός, μυθικού παλατιού
σ΄ αραβικό - βυζαντινό ρυθμό. Ψηλή θολωτή σκεπή που αναβαστάνε κιόνια γλυπτά.
Μεγάλες ποικιλόχρωμες κουρτίνες φαντάζουν περίγυρα.Στο βάθος η πόρτα και μια σειρά παράθυρα κεντημένα μ΄
αραβουργήματα. Καντήλες όμοια
πλουμισμένες κρέμονται από ψηλά. Το χρυσελεφάντινο θρονί της κυράς δεξιά
κι αριστερά μεγάλοι αργαλειοί με περίεργα και μυστηριώδικα πλουμιστά υφαντά.
Μισοσκόταδο.
Καθώς ανοίγει η σκηνή, μπαίνουν αργά με συρτά βήματα ο
Γιαννάκης οδηγούμενος από μια γριά που ακουμπάει στο ραβδί της. Τα
χαρακτηριστικά της θυμίζουνε τη Μάνα μα πιο γερασμένη.
ΓΡΙΑ
Ε, παλικάρι φτάσαμε.
Εδώ ΄ναι τα ξωτικά παλάτια
που συντυχαίνουν Νεράιδες και Ξωθιές
σ΄ ώρες απόκρυφες, σ΄ ώρες μυστικές.
Μα εσύ ποιος είσαι, παλικάρι,
που διάβηκες έτσι απόκοτα
στη μαγεμένη αυτή χώρα
στου ονείρου τ΄ αχνό βασίλειο
στης Μοίρας τα παλάτια;
Θε να ΄σαι αντρειωμένος!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Εγώ ΄μαι ο τραγουδιστής
΄γω που παράτησα τη γης
να ΄ρθω στ΄ ανάερα βασίλεια,
τη Νεράιδα να βρω,
που ξάφνου ήρθε σπίτι
για ν΄ αρπάξει της Μάνας μου
το εφτάπετρο δαχτυλίδι
που μ΄ εφτά διαμάντια ολόφωτα
σαν την πούλια αντιφεγγίζει.
ΓΡΙΑ
΄Γω που ως τώρα σε παραστάθηκα πιστά
θα σ΄ αρμηνέψω
πώς να το βρεις ταχιά.
Τώρα σε λίγο θα ΄ρθει εδώ πέρα
η Μοίρα όπου ορίζει σ΄ αυτά ΄δω τα
παλάτια.
Τον αργαλειό της ζωής οι δούλες της θα
στήσουν
κι εκείνη το χρυσόμηλο στα χέρια της θα
παίξει.
Μη δειλιάσεις. Με βια να δράσεις
κι ευτύς το μήλο γοργά ν΄ αρπάξεις
τι έτσι μόνο θα σου πει
τι δρόμο θα τραβήξεις.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Κυρά - Μάνα σ΄ όλο το είναι μου
Συ ξαναδίνεις ζωή.
ΓΡΙΑ
Ε, φύλακα του ονείρου σου
σκλάβε των καημών σου
ώρα καλή και καλά νά ΄χεις τέλη.
Η Γρια - Μάνα κάνει να φύγει. Ο Γιαννάκης σκύβει και της
φιλά το χέρι. Η Γριά τον ευλογεί και τον σταυρώνει.
ΓΡΙΑ
Η Γριά κοιτάζει γύρω της αλαφιασμένη.
Να, τώρα φτάνουνε. Εδώ σε λίγο θε να
΄ρθούν
Ξωθιές καλοκυράδες.
Τώρα να φεύγω είναι καιρός
εδώ να μη με βρούνε.
ΧΟΡΟΣ
Από τις δούλες και την ακολουθία της Κυράς
Πέρνα σαϊτα μου γοργή
με το ψιλό μετάξι
τάκου - τάκου ΄φαίνει ο αργαλειός μου
τάκου η μοίρα όλου του κόσμου.
ΚΥΡΑ
Τ΄ αχνό μοιρόγραφτο πανί
στον κόσμο να φαντάξει.
Τάκου ΄φαίνε ο αργαλειός μου
τάκου τη μοίρα όλου του κόσμου.
ΔΟΥΛΑ
Αφέντισσα πρωτότιμη και πρωτοτιμημένη
αρχής ο Θεός σε τίμησε κι ύστερα ο
κόσμος όλος.
ΚΥΡΑ - ΔΟΥΛΑ
Τάκου - τάκου τώρα΄ φαίνουν
τη βουλή σου και τη δένουν.
ΔΟΥΛΑ
Αφέντρα π΄ όντας θέλησες για να
λουστείς, ν΄ αλλάξεις,
η πάπια σού ΄φερε νερό κι η φάσα το
σαπούνι.
Τάκου. Παίξε το χρυσόμηλο στα
κρινοδάχτυλά σου.
ΧΟΡΟΣ
Πέτα σαϊτα μου γοργή.
Χτύπα χρυσό μου χτένι.
Στα χέρια μας λύπη, χαρά
σαν όνειρο διαβαίνει.
ΚΥΡΑ - ΧΟΡΟΣ
Τάκου υφαίνει ο αργαλειός μου.
Τάκου τη μοίρα όλου του κόσμου.
Ο Γιαννάκης ορμάει απ΄ την κρυψώνα του και της αρπάζει το μήλο.
ΧΟΡΟΣ
Ξεφωνίζουν και χάνονται αλαφιασμένες.
Α! Α!
ΚΥΡΑ
Κατεβαίνοντας από το θρόνο
Ποιος είναι αυτός που μ΄ άρπαξε το
χρυσό το μήλο;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Είμ΄ ο Γιαννάκης, της χήρας ο γιος
που τραγουδώντας περνώ τον καιρό μου
και τον καημό μου ξεχνώ
σ΄ ένα ηχοσκόπι γλυκό.
ΚΥΡΑ
Δωσ΄ μου το πίσω
και με φλουριά θα σε γεμίσω.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Φωτιά να κάψει τα φλουριά και τα χρυσά
σου.
ΚΥΡΑ
Δωσ΄ μου το πίσω
αν θες τη Μοίρα σου ν΄ αλλάξω.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Το ριζικό μου δεν το τρέμω
κι ουτ΄ ήρθα για ν΄ αλλάξω
την απονιά σου.
Πάλι θα σου το δώσω πάλι
τ΄ ολόχρυσο το μήλο
φτάνει συ να μου δείξεις το δρόμο
που με βγάζει
στα Νεραϊδένια αλώνια
που του βουνού η Νεράιδα χορεύει σαν
αχνός.
ΚΥΡΑ
Τόσο μονάχα επιθυμά;
Με μιαν ευτύς πως βγάζω διάτα
θ΄ ανοίξω εμπρός σου τη στράτα
΄κει που χορεύουνε πλανεύτρες οι Ξωθιές
τη Νεράιδα θα σου δείξω ευτύς,
που στα Νεραϊδένια αλώνια το χορό
κρατεί.
Λαμπροφέγγει μεσ΄ τις άλλες
σαν τ΄ αστέρι της αυγής.
Στο μαγνάδι της διασμένα
τρέμουν τ΄ άστρα εκστατικά.
Αν το πάρεις, δικιά σου κι υποταχτικιά.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Κυρά δικό σου πάλι το χρυσόμηλο.
ΚΥΡΑ
Η Κυρά, κρατώντας το χρυσόμηλο που
αστράφτει, με τα χέρια απλωμένα εμπρός,
αρχινά τη μαγική επωδή.
Εμπρός, ξυπνάτε
κόσμοι παραμυθένιοι.
Εμπρός ξυπνάτε.
Η Κυρά κάνει διάφορες κινήσεις μαγγανείας.
Μα τ΄ αστρικού του δράκοντα
κράζω σας την ορμή
και μα τ΄ άγριο λαμπάδιασμα
των εφτ΄ άστρων προστάζω.
Ναι! Λάμψε κόσμε του ονείρου.
Παλάτια πέστε.
Καπνοί σκορπίστε,
άλλη πλάση να φανεί.
Άστρων πλημμύρα
λάμψε τριγύρα.
Δείξε, ω, αλήθεια
με μάγια πλήθια
λάμψε με μιας
λάμψε, κόσμε της ομορφιάς.
Θαμπόφωτο.
Υπάκουο στη μαγική προσταγή της Κυράς, το παλάτι μαζί με
τα στέρια κιόνια, με το χρυσό θρονί, τον αργαλειό και όλο τον θαυμαστό του
πλούτο, εσκόρπισε σαν καπνός κι αναλήφτηκε. Ένας αχνός μυστηρίου κρύβει το
ξέφωτο πέρα που μισοφαίνεται. Ο αχνός σηκώνεται και φαίνεται μια χλοϊσμένη
πλατωσιά που οι Νεράιδες του γιαλού και της στεριάς δένουν τον ξωτικό χορό τους. Ψηλά ασπρογαλλιάζει
ολάγρια η χιονισμένη κορφή του βουνού. Ο Γιαννάκης κρυμμένος στα πυκνερά κλαδιά παραμονεύει. Οι Νεράιδες
φαίνονται να μπαίνουν με χορευτικά
βήματα.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΡΑΪΔΩΝ
Ελάτε νύφες της στεριάς και νύφες του
πελάγου
στα νερά τ΄ ασπροπόταμου τα νερά
δροσολουσμένες νύφες.
Ελάτε νύφες.
Ελάτε, εμπάτε στο χορό πέρα ο Χριστός
γεννιέται.
Αφήστε πια τις όχτριτες και το Σάββατο
εδώ ΄ναι.
Τώρα στης ακροποταμιάς την ανθισμένη
αλτάνα
δώστε αδελφές τα χέρια σας και το χορό
αρχινάτε,
γιατί σε λίγο τ΄ άκραχτα μεσάνυχτα
σημαίνουν
με τη λαλιά του πετεινού με τη στριγκιά
φωνή του.
Οι Νεράιδες χορεύουν.
Μπαίνουν μέσα χορεύοντας βαρειά και
πειράζοντας τις Νεράιδες οι Νεράιδοι - Σάτυροι.
ΧΟΡΟΣ
Μπάτε αδέρφια στο χορό,
το τραγούδι αρχινώ
ήρθε η ώρα για χαρά
ως ν΄ αγιάσουν τα νερά,
τα νερά, τα νερά,
ως ν΄ αγιάσουν τα νερά.
Πανώρια η Νεράιδα του Βουνού, θυμίζοντας την Ερωφίλη,
ξεπροβάλλει από μια κορφή. Όλες την κοιτούν και την χαιρετούνε με θαυμασμό και
υποταγή.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Έχω τετράψηλο βασίλειο
τις άγγιχτες βουνοκορφές
και μεσ΄ των πάγων τα διαμάντια
στήνω κρυστάλλινα παλάτια,
λευκότερα κι απ΄ την αυγή.
Ίσκιος πουλιού δεν τα πατάει
μάτι θνητού δεν θα τα δει
μήτε κανείς στην άσπιλη κορφή θ΄ ανέβει
Α! Αα!
Άνθρωπε όσο κι αν ζητάς
όσο κι αν ζητάς, όσο κι αν πονάς
την κορφή δεν πατάς.
Α! είναι δικό μου το δαχτυλίδι. Αα!
με τα διαμάντια ολόλαμπρο. Αα!
και μεσ΄ των πάγων τα διαμάντια φέγγει
μ΄ άσωστη φεγγοβολιά. Αα!
Οι Νεράιδες παρακολουθούν με πλαστικές
κινήσεις το τραγούδι της Νεράιδας του
Βουνού.
Ανάμεσά τους μια ξεχωρίζει και
συνεχίζει το τραγούδι χωρίς λόγια.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΕΡΑΪΔΑ
Α! Αα!
Η ΝΕΡΑΪΔΑ
Αα! Φεγγοβολιά!
Ο Γιαννάκης βγαίνει από την κρυψώνα του, ορμάει και
αρπάζει απ΄ τα μαλλιά της Νεράιδας του Βουνού το μαγνάδι. Η Νεράιδα προσπαθεί
μάταια να τον τρομάξει αλλάζοντας πλάση. Του φανερώνεται πότε σαν θηρίο, πότε
σα σαύρα, πότε σα φωτιά. Ο Γιαννάκης άτρομος κρατάει το μαγνάδι. Ακούγεται η
λαλιά του πετεινού.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΡΑΪΔΩΝ
Ο πετεινός ελάλησε. Πάει η αδερφή μας.
Οι νεράιδες αποτραβιούνται τρομαγμένες και θλιμμένες.
Στη Νεράιδα μόλις μείνανε μόνοι με κάποια
περιφρόνηση και περηφάνια.
Συ είσαι η Νεράιδα του Βουνού;
ΝΕΡΑΪΔΑ
Ναι εγώ, τι θέλεις;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Πρώτα το δαχτυλίδι να μου δώσεις
που μ΄ αδικιά μου ΄χεις αρπάξει.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Νύχτα καταραμένη μού ΄στησες τα βρόχια
και την κατάρα σου ακούω στα
φυλλοκάρδια μου.
Όμως, μεσ΄ στα δυο μου μάτια πάντα θ΄
αχνολάμπει
ο αυγερινός κι ο αποσπερίτης. Να την
πούλια!..
Του γυρίζει το δαχτυλίδι.
Σ΄ αφήνω γεια ψηλή κορφή και τιμημένη
σαν την αυγή προβάλλει ο ήλιος και δε
μ΄ εύρει,
δώσ΄ του τα μαύρα νέφαλα για να φορέσει
τι εμένα κέρδισε της γης ο γιος και
σέρνει
σκλάβα με σέρνει και γυναίκα του με
παίρνει.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ε, τι θάρρεψες Νεράιδα
΄γω γυναίκα δεν σε θέλω
κι αν στα δυο σου μάτια
παίζει το φεγγάρι
μα στης καλής μου σμίγουν τα όνειρά
μου.
Κι αν στ΄ αγέρινο μαγνάδι σου
κρέμετ΄ η πούλια κι ο αυγερινός
μα για μένα η πλάση ολάκερη
τελειώνει στη σαστική μου,
την Ερωφίλη.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Τότε τι ζητάς από εμένα;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ως την ψηλή κορφή ν΄ ανέβω.
Μονάχ΄ αυτό ζητώ.
Κει όπου πουλί δεν φτέρωσε,
μήτε το είδε ανθρώπου μάτι,
μεσ΄ των πάγων τ΄ ακατάλυτο
κρυστάλλινο παλάτι.
΄Κει με βια με φέρνει ο πόθος μου
με σέρνει κι η ψυχή μου.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Μη γυρεύεις παλικάρι τ΄ ακατόρθωτο
είν΄ ανήμπορ΄ οι θνητοί
ν΄ ανέβουν στο βουνό
που μονάχα ορίζει ο Ήλιος,
Ρήγας, Βασιλιάς
κι οι Νεράιδες, του αγέρα τα παιδιά.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Δε με σκιάζει εμένα,
το ανέβασμα προς τα ψηλά
και στ΄ άφταστα να φτάσω δε δειλιάζω.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Ποιος είσαι συ
που αντίκρυ στέκεις
στη Μοίρα και στο Θάνατο;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
(Περήφανα)
Είμ΄ ο Γιαννάκης ο τραγουδιστής
της χήρας ο γιος
που το τραγούδι εγέμισα
στον παθητικό σκοπό
της γητεύτρας μου λύρας
μπαίνουνε στον ξωτικό χορό
ξωθιές ανεμοπόδες.
Μπαίνουνε μέσα οι Νεράιδες χορεύοντας και
τραγουδώντας.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΡΑΪΔΩΝ
Είν΄ ο Γιαννάκης ο τραγουδιστής.
Χρόνια σ΄ ακούω και σ΄ απαντέχω
γλυκέ τραγουδιστή.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Σε προσμένει πάντα και σε λαχταρά,
των ξωθιών η πλάση μ΄ ανοιχτά φτερά
στο χορό ν΄ απλώσει ώριο το κορμί
με του τραγουδιού σου την πλανεύτρα
ορμή.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Θα ξανάρθω πάλι με πλήθια χαρά,
Ρήγισσα του ονείρου και καλοκυρά.
ΧΟΡΟΣ
Είν΄ ο Γιαννάκης, ο τραγουδιστής
χρόνια σ΄ ακούω και σ΄ απαντέχω,
γλυκιέ τραγουδιστή.
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Ακουστή μόνο από το Γιαννάκη, ενώ οι
Νεράιδες χορεύουν ανάλαφρα.
Καλέ κι ακριβέ μου και τραγουδιστή
των ξωθιών λυράρη και ξεπλανευτή,
ο χαμός σε κράζει απ΄ το άγριο βουνό
που χυμά όλο λάμψη στο χλωμό ουρανό.
Ο Χορός ξεμακραίνει και χάνεται.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Και τώρα Νεράιδα δείξε μου το δρόμο
θέλω τον Ήλιο ψηλά να χαιρετήσω.
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Ε! Φύλακα του ονείρου σου
σκλάβε των καημών σου, μη ζητάς
όλο ψηλά να πετάς.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Μη μ΄ αντισκόβεις γνώριμη φωνή
π΄ ακούω στην καρδιά μου,
πάμε Νεράιδα.
Ο Γιαννάκης και η Νεράιδα παρατούν τα ριζά του Βουνού και
σιγά - σιγά χάνονται ανηφορίζοντας. Ενώ χάνονται, βγαίνει η Μάνα, τους κοιτάζει
στοργικά, τους ευλογεί κι ύστερα φεύγει με αργά βήματα. Βγαίνουν μερικές Νεράιδες
που προσκαλούν και τις άλλες σειώντας άσπρους πέπλους ενώ
ο Ήλιος αρχίζει να ξεπροβάλλει φωτίζοντας αχνά στην αρχή,
πιο έντονα αργότερα τα σκοτάδια.
Ο Χορός των Νεράιδων έχει μαζευτεί στη σκηνή και σιγά -
σιγά αρχίζει να χορεύει χαιρετώντας τον Ήλιο.
ΧΟΡΟΣ ΝΕΡΑΪΔΩΝ
Η μέρα παίρνει και χαράζει
και τρεμοφέγγει ο αυγερινός
αρχίζει πια κι ασπρογαλλιάζει
το σκοτάδι σκορπά καπνός.
Κι ο Ήλιος άμα σ΄ αντικρίσει,
στα τάρταρα θα σε γκρεμίσει
νύχτα τυφλή, νύχτα θολή
με την πυρή φεγγοβολή.
Ήλιε μου και πυρήλιε μου
και κοσμογυριστή μου
πέφτουν οι αχτίδες σου φιλιά
μεσ΄ τα λυτά μαλλιά μου.
Οι Νεράιδες φεύγουν σιγά - σιγά χορεύοντας.
Ξεπροβάλλει ψηλά σε μια κορφή του Βουνού, όχι όμως την
ψηλότερη, ο Γιαννάκης που τον οδηγάει η Νεράιδα τυλιγμένη στο μαγνάδι της.
Ο Γιαννάκης φαίνεται αποσταμένος και με μεγάλη δυσκολία
προσπαθεί να προχωρήσει.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Απόστασα, Νεράιδα μου καρτέρα λίγο.
ΝΕΡΑΪΔΑ
Μην κλαις τραγουδιστή.
Την κορφή κι αν δεν είδες
κανένας άλλος δεν ανέβηκε ΄δω επάνω.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Πεθαίνω, πού ΄ναι η Ερωφίλη;
Μάν΄ ακριβή μονάχο μη μ΄ αφήνεις!
ΝΕΡΑΪΔΑ
Πετώντας το πέπλο της εμφανίζεται μπρος στο Γιαννάκη με
τη μορφή και τα ρούχα της Ερωφίλης.
Η Ερωφίλη! Δεν τη θωρείς μπροστά σου;
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Με έκσταση.
Η Ερωφίλη! Η Ερωφίλη!
Μπαίνουν πάλι οι Νεράιδες τραγουδώντας και χαιρετώντας
τον Ήλιο ενώ η Μάνα, σα σκοτεινή οπτασία ορατή μόνο από το Γιαννάκη,
παρουσιάζεται στου Βουνού τα ριζά θρηνώντας.
ΧΟΡΟΣ
Ήλιε μου και πυρήλιε μου,
και κοσμογυριστή μου
πέφτουν οι αχτίδες σου φιλιά
μεσ΄ τα λυτά μαλλιά μου.
ΜΑΝΑ
Χρυσέ μου γιόκα
ολάκριβε τραγουδιστή.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ερωφίλη γλυκιά μου!
ΜΑΝΑ
Τραγουδιστή μου, τραγουδιστή μου
ολάκριβε.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Σα χρυσή σάλπιγγα βουίζει στον αιθέρα.
ΜΑΝΑ
Ωιμένα, ωιμέ τραγουδιστή μου ολάκριβε.
Ωιμένα, ωιμέ.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Ξύπνα Γιαννάκη
κι ο ήλιος προβάλλει.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΕΡΩΦΙΛΗ
Το κρυφό μας προσμένει παλάτι
σε μια θεία γαλήνη πνιχτό.
ΧΟΡΟΣ
Ήλιε μου και πυρήλιε μου.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΕΡΩΦΙΛΗ
Δεν τ΄ αντίκρισε ανθρώπου μάτι
για μας στέκει μονάχ΄ ανοιχτό.
ΧΟΡΟΣ
Κι ο Ήλιος άμα σ΄ αντικρίσει
στα τάρταρα θα σε γκρεμίσει
νύχτα τυφλή, νύχτα θολή.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ - ΕΡΩΦΙΛΗ
Τη μακάρια θα πιω εκεί λήθη
το βαρύ μου θα σβήσω καημό
μα η αγάπη θα καίει στα στήθη
και δε θάχ΄ η φωτιά τελειωμό.
Ο Γιαννάκης γέρνει αποσταμένος στην αγκαλιά της Νεράιδας
- Ερωφίλης ενώ ο Ήλιος προβάλλει ολόφεγγος. Οι Νεράιδες τον χαιρετάνε με τα
μαγνάδια τους.
ΧΟΡΟΣ
Ήλιε μου και πυρήλιε μου
και κοσμογυριστή μου.
Ήλιε μου, ω Ήλιε λαμπρέ.
Αυλαία
ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ
ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ξημέρωμα Χριστουγέννων
Η πρόσοψη μιας χωριάτικης εκκλησίας, ξεχωρίζει με τα
ολόφωτα παράθυρα μεσ΄ τη βαθιά νύχτα που κρατάει τριγύρα, ενώ στο βάθος
φαίνονται τα βουνά και παρακάτω τα φωτισμένα σπίτια του χωριού. Όταν ανοίγει η
αυλαία, η σκηνή είναι άδεια. Μόνο πότε - πότε μερικοί χωριάτες κατεβαίνουν το
δρόμο από το χωριό και μπαίνουν στην εκκλησιά απ΄ όπου ακούγεται ο χορός που
τραγουδάει τη βυζαντινή υμνωδία των Χριστουγέννων. Αργότερα, σιγά - σιγά, το
σκοτάδι διαλύεται, το σύθαμπο της αυγής αρχίζει ν΄ απλώνεται, ώσπου στο τέλος
του μέρους, με το θάνατο του Γιαννάκη,ξεπροβάλλει ο ήλιος φωτίζοντας πλατιά τη
σκηνή.
ΧΟΡΟΣ
Μεσ΄ την εκκλησιά
Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον
τίκτει
και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω
προσάγει.
Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι.
Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι.
Δι ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον
ο προ αιώνων Θεός.
Η Ερωφίλη και ο Κυριάκος φαίνονται να
κατεβαίνουν από το δρόμο του χωριού προς
την εκκλησιά.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Ανήσυχη και ταραγμένη
Πατέρα,
δεν ξέρω απόψε πως δειλιάζω
σάμπως μιαν άγνωρη φοβέρα με
τριγυρνάει.
Είν΄ η καρδιά μου έτσι σφιγμένη
πηχτό το χιόνι τη γη μαραίνει.
Μεσ΄ το σκοτάδι, άκου, ο Βοριάς
βογκάει.
Της νύχτας δέρνεται η άγρια ψυχή.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Ε, διώξε πια τις μαύρες έννοιες
απόψε επίσημη νυχτιά.
Χριστούγεννα γεμάτα θάμα
κι ανάερα μυστικό λυχνάρι
φέγγει ψηλά, μ΄ άχραντη λάμπη
το τρίλαμπρο άστρο στο σκοτάδι.
Φαίνεται η Μάνα που μπαίνει με την αγωνία απλωμένη στο
πρόσωπό της.
Ωιμένα, ωιμένα τι μαύρη συφορά
που δεν έχει πια γιατρειά.
Το δαχτυλίδι είναι χαμένο
μεσ΄ απ΄ τον κόρφο μου πεσμένο
το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι.
Σβύσαν τ΄ ατίμητα πετράδια
που ανάτρομα αστράφταν σαν μάτια
σε θρήνο λαμπερό πεσμένα
το δαχτυλίδι, ωιμένα - ωιμένα.
Της Μοίρας άγρυπν΄ η οργή
που εξέσπασε βαριά σε μας,
για ν΄ αποσώσει ότ΄ είν΄ γραμμένο
της Μοίρας η άγρυπνη ποινή.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Μη δέρνεσαι έτσι, δύστυχη,
πάλι θε να το βρεις.
Οι πίκρες όλες θα διαβούν
κι ο γιος σου θε να γιάνει.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Κοιτάζοντας προς το μέρος του χωριού
Ποιος είν΄ αυτός που τρέχει στο σκοτάδι;
ΜΑΝΑ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Είν΄ ο Σωτήρης!
ΣΩΤΗΡΗΣ
Μπαίνοντας μ΄ ορμή.
Κακό μεγάλο μας βρήκε!
ΕΡΩΦΙΛΗ - ΜΑΝΑ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Ο Γιαννάκης!!!
ΣΩΤΗΡΗΣ
Ξωπίσω μου έρχεται τρεκλίζοντας στο
σκότος.
Είναι ξυπνός μα παραλογισμένος
σάμπως να κοίτεται η ψυχή του διπλωμένη
σε βαθιά νυχτιά σε βάρυπνο μεθύσι.
ΜΑΝΑ
Ωιμένα, δυστυχιά μου!
Η Μάνα και η Ερωφίλη βγαίνουν τραβώντας προς το μέρος του
χωριού.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Πες μου τώρα τι έτρεξε.
Σ΄ άρρωστον ύπνο ΄μουν πεσμένος
σάμπως νεκρός, σαν μαγεμένος.
Μαύρα όνειρα πετώντας πλήθια
σαν όρνια μού ΄σκιζαν στα στήθια.
Ξυπνώντας, θάρρεψα πως είδα
μια καταχνιά ν΄ απλώνει γύρα
και σα στριγγός αλαλαγμός
ξεσπάε ο ξωτικός αχός!
Κι ήταν σαν άγρια, απόκοσμή φοβέρα
σαν ξώφρενο τραγούδι και χορός
κι αναταράζεται όλος ο αιθέρας
και το Γιαννάκη ακούω πέρα
ν΄ αγκομαχά, να παραδέρνει.
Ήταν κατάκρυος σα μνήμα
κι όλο ένα κλάμα τονε δέρνει.
Ξάφνου, σηκώνεται μ΄ ορμή
τη Μάνα πάει να βρει
κι όλο αυτήν αναζητεί
και μεσ΄ τα παραμιλητά του
ωιμέ! περνά η πνοή του θανάτου.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Κακιά ώρα σας χτύπησε, παιδί μου.
Η άγια μέρα να σας βοηθήσει.
Φαίνεται να κατεβαίνει το δρόμο του χωριού ο Γιαννάκης
άρρωστος κι αποσταμένος ακουμπάει στη Μάνα και την Ερωφίλη.
ΓΑΝΝΑΚΗΣ
Μάνα, δεν άκουσες που σ΄ έκραζα
βγαίνω απ΄ την άναστρη νυχτιά
που απάνω μου η ίδια είχες ρίξει.
ΜΑΝΑ
Ωιμέ, τα λόγια σου με σφάζουν
φαρμάκι στην καρδιά σταλάζουν
όλα όσα λες γιε μου,
για σένα τα ΄χω καμωμένα.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Ξαστόχησες τη μαύρη κατάρα
που βάραινε το δαχτυλίδι
κι ήρθ΄ η Νεράιδα του Βουνού
και τ΄ άρπαξε κι εχάθη.
ΕΡΩΦΙΛΗ
Ακόμα, αλί, παραμιλά
και σφραγισμένη κλαίει η ψυχή του
σ΄ άσειστο βύθος ξωτικού ύπνου.
ΜΑΝΑ - ΣΩΤΗΡΗΣ - ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Ακόμα, αλί, παραμιλά!
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Μα εγώ τη Νεράιδα την ηύρα
κι εκεί με βια ξανά της πήρα
το δαχτυλίδι, το δαχτυλίδι.
Μα ωιμέ, στην άγγιχτη κορφή
που ο ήλιος σύφλογος πεζεύει
δεν έφτασα ν΄ ανέβω
δεν πρόφτασα να δω.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
Αγάλια φέρτε τον στην εκκλησιά
μήπως ξορκίσει το κακό.
ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Τ΄ άρρωστο απόστασε κορμί μου.