Του
Απόστολου Κώστιου.

Η ιδέα
για την πραγμάτευση της σχέσης Καλομοίρη - Μητρόπουλου οφείλεται στην Κα Χαρά
Καλομοίρη, καθώς και η πρόσκληση για την παρουσίαση με τη μορφή διάλεξης στην
Αίθουσα συναυλιών του Εθνικού Ωδείου (11/11/96) του κειμένου που προέκυψε
ύστερα από τη σύνθεση και καταγραφή των στοιχείων της σχετικής έρευνας που
πραγματοποιήθηκε, ο συγγραφέας την ευχαριστεί θερμά και για τα δύο.
Η έρευνα
συνεχίστηκε και μετά τη διάλεξη, νέα στοιχεία προέκυψαν που επέβαλαν
«διορθωτικές κινήσεις». Το αναθεωρημένο κείμενο δημοσιεύεται εδώ συμπληρωμένο
με τον αναγκαίο υπομνηματισμό και την απαραίτητη τεκμηρίωση.
Το 1883, στη Σμύρνη, γεννημένος ο Μανώλης Καλομοίρης, δεκατρία χρόνια αργότερα, το 1896, στην Αθήνα, ο
Δημήτρης Μητρόπουλος.
Όταν ο Μ.Κ. έδωσε στα 1908 την πρώτη του συναυλία στην Αθήνα, με
αποκλειστικά δικά του έργα,1 ο Δ.Μ. έπαιρνε ιδιωτικά μαθήματα πιάνου από έναν
Ιταλό πιανίστα των κοσμικών κέντρων διασκέδασης του Παληού Φαλήρου, ονόματι
Αχιλλέα Ντελμπουόνο.2 Το 1910 ο Μ.Κ. εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα
και διορίστηκε καθηγητής πιάνου, αρμονίας και ανωτέρων θεωρητικών στο Ωδείο
Αθηνών,3 την ίδια χρονιά ο Δ.Μ. γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών για συστηματικές
σπουδές, φοίτησε αρχικά στην τάξη των θεωρητικών του Φιλοκτήτη Οικονομίδη
(1889-1957) και στην τάξη του πιάνου (Σχολή Προκαταρκτική) του Γεωργίου
Αγαπητού. Ο Μ.Κ. είχε, λοιπόν, την ευκαιρία να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την
εξέλιξη του νεαρού σπουδαστή και θα εκτιμήσει ιδιαίτερα τις επιδόσεις του:
«Κάθε μέρα που τον παρακολουθούσα μαθητή […], χαιρόμουνα όλο και περισσότερο τη
θαυμαστή του άνοδο», γράφει σε ένα κείμενό του,4 ενώ σ’ ένα μουσικοκριτικό
σημείωμά του δίδει την εξής σημαντική μαρτυρία: «Θάναι δέκα ως δώδεκα χρόνια.
Κάποιος, μαθητής μου τότε, και δάσκαλος της θεωρίας σ’ ένα μουσικό ίδρυμα5 μούφερε μια
τυπωμένη σύνθεση ενός παιδιού που τούχε δείξει τα στοιχεία της μουσικής
θεωρίας. Απορούσε και εξίστατο για το θάρρος του παιδιού να γράψη και να τυπώση
μάλιστα μια μουσική χωρίς να κατέχη ακόμη τους κανόνες και τις συνταγές με τις
οποίες καθώς φανταζότανε κατασκευάζονται αυτού του είδους τα πράγματα. «Άνοιξα
τη σύνθεση, ένα τραγούδι με συνοδεία πιάνου6 και με χαρά μου είδα πως το
παιδί αυτό μπορεί να μην ήξερε κανένα κανόνα και καμμιά συνταγή, ήξερε όμως
νάχη κάτι που δε μαθαίνεται από κανένα δάσκαλο κι’ από κανένα κανόνα, ήξερε
νάχη ταλέντο και μουσική διαίσθηση και καλλιτεχνική συγκίνηση!
Ύστερα γνώρισα το νέο συνθέτη και προσωπικά. Ήτανε ο Μητρόπουλος.
Μαθητής του Μαρσίκ, κάθε τόσο μας παρουσίαζε και νέες συνθέσεις, που μας κάνανε
να ελπίζωμε πως αυτός ίσως θα ήτανε ο αναμενόμενος μεγάλος Έλλην συνθέτης.
[…]».7
Το 1919 επέρχεται η ρήξη του Μ.Κ. με τον Γεώργιο Νάζο, Διευθυντή του
Ω.Α., αποχώρηση του Μ.Κ. από το Ωδείο και ίδρυση του Ελληνικού Ωδείου, ως
συνέχεια του Ωδείου της Λίνας φον Λότνερ.8 Ένα χρόνο αργότερα (1920) ο
Δ.Μ. φεύγει για τις Βρυξέλλες, (τον επόμενο χρόνο θα πάει στο Βερολίνο), ως υπότροφος
του Ω.Α. «προς τελειοποίησιν των σπουδών του εις την σύνθεσιν» και «όπως
επιδοθεί ειδικώς εις την σπουδήν του orgue εν τω Βασιλικώ
Ωδείω των Βρυξελλών, ίνα διδάξη τούτο βραδύτερον εις το Ω.Α.». Μετά τη
συνάντησή του, όμως, με τον Μπουζόνι και την καλλιτεχνική «κρίση» που θα
προξενήσει η συνάντηση αυτή, ο Δ.Μ. στρέφεται προς τη διεύθυνση ορχήστρας.9
Το καλοκαίρι του 1924 ο Δ.Μ. επέστρεψε στην Αθήνα, εγκαταλείποντας τη
θέση του μουσικού εκγυμναστή στη Γερμανική Όπερα του Βερολίνου Unter
den Linden.
Κατά τη διάρκεια της σαιζόν 1924-25 ο Δ.Μ. συνεργάστηκε με το Ελληνικό Ωδείο.
Σύμφωνα με μαρτυρία του Μάριου Βάρβογλη: «Πριν από το 1924 την Ορχήστρα του
Ελληνικού Ωδείου διηύθηνε ο Καλομοίρης, ο Λαυράγκας κι’ εγώ. Μετά μόνο ο
Μητρόπουλος που ήταν ο ενδεδειγμένος».10 Το όνομα του Μητρόπουλου
περιλαμβάνεται επίσης μεταξύ των ονομάτων των μελών της «Καλλιτεχνικής
Επιτροπής Μελοδραματικής», καθώς και στον κατάλογο των Καθηγητών α΄ Τάξεως
ανωτέρων θεωρητικών μαθημάτων του Ελληνικού Ωδείου.11
Γιατί ο Δ.Μ. δεν προσελήφθη ως διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του
Ωδείου Αθηνών; Σύμφωνα με
προφορική μαρτυρία του αρχιμουσικού Θεόδωρου Βαβαγιάννη, φίλου και συνεργάτη
του Δ.Μ. «ο Μητρόπουλος βρήκε τις πόρτες του Ω.Α. κλειστές». Ίσως ο ίδιος ο
Δ.Μ. να εδίστασε να ζητήσει θέση διευθυντή ορχήστρας στο Ω.Α., αφ’ ενός μεν
διότι δεν είχε ανταποκριθεί στις προσδοκίες των δασκάλων του και του ωδειακού
περιβάλλοντος, αλλά και της αθηναϊκής κοινωνίας που πρόσμενε την έλευση ενός
συνθέτη-Μεσσία, αφ’ ετέρου διότι δεν υπήρξε συνεπής προς τη συμβατική υποχρέωση
που είχε αναλάβει ως υπότροφος του Ωδείου Αθηνών. Πρέπει να σημειωθεί ότι την
εποχή εκείνη μόνιμοι διευθυντές της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου ήταν οι Φ.
Οικονομίδης, Ιωάννης Μπουτνίκοφ και Ιωσήφ Μπουστίντουϊ. Γεγονός πάντως είναι
ότι ο Μητρόπουλος δέχτηκε την πρόταση του Καλομοίρη να εργασθεί στο Ελληνικό
Ωδείο, παρ’ όλο που ασφαλώς θα γνώριζε τα της σοβαρής ρήξης που είχε επέλθει
ανάμεσα στον Μ.Κ. και τον τότε διευθυντή του Ω.Α., Γεώργιο Νάζο.12 Μετά το τέλος της
καλλιτεχνικής περιόδου 1924-25 η Συμφωνική Ορχήστρα του Ελληνικού Ωδείου
διαλύεται. Χάρη στην πρωτοβουλία και την οικονομική στήριξη του Μιλτιάδη
Νεγρεπόντη ιδρύεται η Ορχήστρα του Συλλόγου Συναυλιών, που προήλθε από την
συνένωση των δυνάμεων των ορχηστρών του Ω.Α. και του Ε.Ω. διευθυντές της οι
Μητρόπουλος, Μπουτνίκοφ, Μπουστίντουϊ και Οικονομίδης.
Με το τέλος της πρώτης σαιζόν της Ορχήστρας του Συλλόγου Συναυλιών, τον
Αύγουστο του 1926, είδαν το φως της δημοσιότητας δηλώσεις των ιδρυτών του
Εθνικού Ωδείου, ανάμεσά τους και
του Καλομοίρη, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην κίνηση αποχώρησης ορισμένων
στελεχών από το Ελληνικό Ωδείο και ίδρυσης του νέου ωδείου. Είχε προηγηθεί η
έκδοση απόφασης του προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορριπτόταν
η αίτηση του Ελληνικού Ωδείου «περί συντηρητικής κατασχέσεως εναντίον του
καθηγητικού προσωπικού του Εθνικού Ωδείου».
Ο κ. Κανταρές (σ.σ.
συνήγορος των καθηγητών του Ε.Ω.) «είχεν υποστηρίξει ότι οι καλλιτέχναι του
νέου Εθνικού Ωδείου δεν είναι έμποροι όπως οι κεφαλαιούχοι οι οποίοι έβλαψαν το
Ελληνικόν Ωδείον…» Εδώ μεταφέρονται επιλεκτικά τα αποσπάσματα εκείνα από τις
δηλώσεις του Καλομοίρη που έδωσαν αφορμή ώστε να προκληθεί προσωπική διένεξη
ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Μητρόπουλο, διένεξη που –μεταξύ των άλλων- τροφοδοτεί
με νέα στοιχεία το θέμα της συνεργασίας του Μητρόπουλου αρχικά (μετά την
επιστροφή του δηλαδή από το Βερολίνο) με το Ελληνικό Ωδείο και όχι με το Ωδείο
Αθηνών:
«Σκοπός της ιδρύσεως του Εθνικού Ωδείου είναι η συνέχισις των υγιών παραδόσεων του Ελληνικού Ωδείου, τας οποίας τούτο ηκολούθει προτού μετατραπή εις ανώνυμον εταιρείαν.
»Δια να εξηγηθώ καλλίτερον, σκοπός του είναι, πλην της επιμελημένης
μουσικής ανατροφής των μαθητών του και της καθοδηγήσεως των μουσικών ταλάντων,
αφ’ ενός η εκλαΐκευσις της μουσικής και αφ’ ετέρου ο σεβασμός και η προστασία
της εθνικής μας μουσικής δημιουργίας η οποία καλή ή κακή, μικρά ή μεγάλη, δεν
ημπορεί παρά ν’ αποτελή τον πυρήνα πέριξ του οποίου θα εξελιχθή μια υγιής και
πραγματικά ελληνική μουσική ζωή.
»Πάσα περιφρόνησις της πραγματικότητος αυτής δεν μπορεί παρά να
προκαλέση μιαν σνομπιστικήν μουσικήν υπερδιέγερσιν, η οποία όμως θα είνε χωρίς
βάθος, όσον και αν εξωτερικώς λάμπη. ΄Αλλωστε σκοπός των ωδείων δεν είνε η
εκκόλαψις μεγαλοφυών, όπως λέγει ο Ρουμπινστάϊν εις την μελέτην του περί
ωδείων, αλλ’ η αύξησις του μέσου όρου των καλώς μορφωμένων μουσικών.
»Τον δρόμον αυτόν τον οποίον ηκολούθησε και το ελληνικόν ωδείον, εις τα
καλά του χρόνια, υποστηρίξαν κάθε ελληνικόν και βοηθήσαν τας εκδηλώσεις Ελλήνων
καλλιτεχνών, αληθούς αξίας, όπως ο κ. Μητρόπουλος, ο κ. Βάρβογλης, ο κ. Ριάδης
κ.λ.π. θα τον ακολουθήση τελειότερον το Εθνικόν Ωδείον χωρίς να λάβη υπ’ όψιν
του ούτε τας εχθρότητας, ούτε τας δυσαρεσκείας που μπορεί σήμερον να προκαλή η
ίδρυσίς του σε μερικούς πραγματικούς καλλιτέχνας, οι οποίοι πολύ γρήγορα, είμαι
βέβαιος, θα συναισθανθούν πόσον ηδίκησαν και τον εαυτόν τους και προ παντός την
ελληνικήν τέχνην, συμμαχούντες με καθαρώς εμπορικά και κεφαλαιοκρατικά
στοιχεία, διά να καταστρέψουν ένα οικοδόμημα το οποίον δεν είνε εις θέσιν να
ξαναχτίσουν.
»Και εδώ ακριβώς ευρίσκεται η αφορμή –όχι η αιτία- της εκ του Ελληνικού
Ωδείου και της προηγηθείσης εκ του Συλλόγου των Συναυλιών παραιτήσεώς μου, η
περιφρόνησις παντός Έλληνα καλλιτέχνου, πλην μιας εξαιρέσεως, ο οποίος θα
εξήρχετο του μετρίου. Ούτω δια τον κ. Βολωνίνην, ο οποίος μετέβη εις Παρισίους
και ο οποίος δεν θα έλειπε περισσότερον των 16-18 ημερών, δηλαδή από της 4-5
Απριλίου έως τας 24 του ιδίου μηνός, όχι μόνον εθεωρήθη διαλυθείσα η σύμβασίς
του και έχασε ούτος όλους του τους μισθούς μέχρι τέλους Μαϊου, και έχασε και η
ορχήστρα ένα τέτοιον εκτελεστή κατά τας συναυλίας του μεγάλου Στράους, αλλ’
είχαν την αξίωσιν, δια να προσληφθή κατά το επόμενον έτος ο κ. Βολωνίνης, να
πληρώση ούτος ποινικήν ρήτραν 15 χιλ. δραχμών. Και επειδή εγώ είχον αντίθετον
γνώμην και την εξέφρασα ζωηρώς και ειλικρινώς, εδημιουργήθη επεισόδιον, και
εθεωρήθη ως προσβληθείς εις σύμβουλος και ηξιώθη από ωρισμένα μέλη του
συμβουλίου να ζητήσω άδειαν δια να ικανοποιηθή ο σύμβουλος ούτος.
»Και έφθασα μέχρι τοιούτου σημείου υποχωρήσεως ώστε χάριν του
γενικωτέρου καλού να δεχθώ και την άδειαν αυτήν, αλλ’ αμέσως από της επομένης
της επιδόσεως της αδεία μου, ήρχισαν να κυριαρχούν απολύτων εις το Ελληνικό
Ωδείον τα εμπορικά στοιχεία, τα οποία αφορμήν εζητούσαν, λόγω ριζικών μου
διαφωνικών επι της οικονομικής πορείας του ιδρύματος και δια ν’ αποφύγουν την
προ πολλού υπ’ εμού επιζητουμένην επίλυσιν του ζητήματος της οικονομικής
κατευθύνσεως του ωδείου, και κατόρθωσαν να επωφεληθούν της ευκαιρίας και της
ευπιστίας ορισμένων καλλιτεχνών, και να δώσουν εντελώς άλλη μορφήν εις την
αιτηθείσαν άδειαν. Πρέπει να σας πω ότι και την στιγμήν που μου εδίδετο η άδεια
δεν ετηρήθη, ως εβεβαιώθην μετά 8 ημέρας, η πρώτη προϋπόθεσις ότι κατόπιν της
αδείας αυτής θα επανήρχετο η γαλήνη και η ομόνοια εις το ωδείον και θα
ετακτοποείτο και η οικονομική του κατεύθυνσις.
»Όλα αυτά επέφεραν εξέγερσιν του μεγαλυτέρου μέρους του προσωπικού και
κατόπιν απορρίψεως των αιτημάτων αυτών, υποβληθέντων δια του αξιοτίμου κ. Γ. Στρίγκου,
τέως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Ωδείου, υπέβαλον την
παραίτησίν μου, αφού σαφώς διά του σεβαστού φίλου κ. Στρίγκου τους ειδοποίησα
προ πολλού ότι θα προβώμεν εις την ίδρυσιν του νέου ωδείου διά να περισώσωμεν
ό,τι ήτο δυνατόν να περισωθή από το καλλιτεχνικόν οικοδόμημα το οποίον επί τόσα
χρόνια εγώ και οι συνεργάται μου εμοχθήσαμεν δια ν’ ανεγείρωμεν. Και με την
σύμπραξιν των πολυτίμων μου φίλων και συνεργατών εις τους οποίους προσετέθη ως
αληθινόν απόκτημα η μεγάλη μας τραγωδός κ. Μαρίκα Κοτοπούλη, και άλλοι
καλλιτέχναι όπως ο φίλος κ. Διονύσιος Λαυράγκας, ο πρύτανις των μουσικών, και ο
κ. Στέφανος Βαλτετσιώτης, και με την ηθικήν και ενθουσιώδη αρωγήν σπουδαίων
παραγόντων της ελληνικής κοινωνίας, είμαι βέβαιος ότι θα κατορθώσωμεν να στήσωμεν τον αληθινόν
ναόν της μουσικής και δραματικής τέχνης».13
|
|
AΡΙΣΤΕΡΑ Βάρβογλης |
Όπως ήταν φυσικό, ο τύπος της εποχής έσπευσε να δώσει το λόγο και στους
εκπροσώπους του Ελληνικού Ωδείου, ανάμεσά τους και ο Μητρόπουλος, από τις
απαντητικές δηλώσεις του οποίου μεταφέρονται εδώ τα αποσπάσματα που συνθέτουν
τον «διάλογο» με τον Καλομοίρη και αφήνουν να διαφανούν η αφορμή και η αιτία
της διένεξής τους:
«Η συκοφαντία […] την οποία ο κ. Καλομοίρης εκτοξεύει εναντίον του
Συλλόγου Συναυλιών με αναγκάζει, παρ’ όλην την αηδίαν που αισθάνομαι, να
εξηγήσω πώς έχει η αλήθεια.
Ο κ. Καλομοίρης κατηγορεί επί λέξει ότι ‘ο σύλλογος συναυλιών περιεφρόνησε πάντα ΄Ελληνα καλλιτέχνη, πλην μιάς εξαιρέσεως, ο οποίος θα εξήρχετο του μετρίου’. Δύο είνε οι κατά τον κ. Καλομοίρην περιφρονηθέντες καλλιτέχναι υπό του συλλόγου συναυλιών : ο κ. Καλομοίρης και ο κ. Βολωνίνης.
Και ο μεν κ. Καλομοίρης περιεφρονήθη εις τα εξής: ότι τα έργα του
επαίχθησαν εις τον σύλλογον συναυλιών περισσότερον από κάθε ΄Ελληνος συνθέτου,
παρά τας διαμαρτυρίας (δικαίας ή αδίκους) πλείστου μέρους των συνδρομητών εις
τους οποίους οφείλεται κατά πολύ η ύπαρξις του συλλόγου συναυλιών! Αυτό βρίσκω
ότι αρκεί όσον αφορά αυτόν».
Στη συνέχεια ο Μητρόπουλος αναφέρεται στο «θέμα Βολωνίνη»:
«Ο κ. Βολωνίνης (σ.σ. εξάρχων της ορχήστρας και καθηγητής βιολιού του
Ω.Α. κατά τας περιόδους 1924-26 και 1928-1964 σε ό,τι αφορά την δεύτερη
ιδιότητά του)14 παρεβίασε τις υποχρεώσεις του τόσον τας προς τον σύλλογον συναυλιών
όσον και τας προς το Ωδείον Αθηνών τοιαύτας, μολονότι εν τω μεταξύ ο κ.
Καλομοίρης κατόπιν παραστάσεων του συλλόγου ετηλεγράφησεν εκ Παρισίων ότι δεν
τον χρειάζεται.15 […] Τώρα, εάν ο κ. Καλομοίρης αισθάνεται τον εαυτόν του ηθικώς
υπεύθυνον δια το δημιουργηθέν ζήτημα Βολωνίνη και εξακολουθή να υποστηρίζη την
παράνομον πράξιν του κ. Βολωνίνη, λησμονών ότι και αυτός ο ίδιος συνέπραξεν εις
την κατάρτισιν του κανονισμού του συλλόγου, ημπορούσε ή να αναλάβη αυτός την
αποζημίωσιν της ποινικής ρήτρας του κ. Βολωνίνη (αφού ο τελευταίος ούτος
εξυπηρέτησε τα ατομικά του συμφέροντα) ή να παραιτηθή από το συμβούλιον ως μη
συμφωνών, και όχι να προσβάλη σκαιότατα το συμβούλιον του συλλόγου συναυλιών
εις εκείνην την περίφημον συνεδρίασιν εις την οποίαν παρέστην δυστυχώς αυτήκοος
μάρτυς. Είναι λυπηρόν ότι όλης αυτής της ιστορίας, από την οποίαν κινδυνεύομεν
να σταματήση η μουσική καλλιτεχνική κίνησις στας Αθήνας, ηθικός αυτουργός είνε
ο κ. Μανώλης Καλομοίρης με την γνωστής εγωπάθειαν και φιλαρχίαν του […] Όσον
αφορά το νέον μουσικόν ίδρυμα, επί του παρόντος η πομπώδης ρεκλάμα και ο
θόρυβος που εδημιουργήθη πέριξ αυτού, μου δίδει την εντύπωσιν βιομηχανικής
διαφημίσεως καταποτίων Πινκ και θα ηυχόμην ολοψύχως η ρεκλάμα αυτή να μην είνε
το μόνον εφόδιον και άπαντον του ιδρύματος τούτου».16
Ο Καλομοίρης απάντησε στις δηλώσεις του Μητρόπουλου με επιστολή που
δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα διατυπώνοντας το λόγο του αφηγηματικά, με τη
μορφή ενός «παραμυθιού» (καθώς το ονομάζει ο ίδιος), ενώ στη συνέχεια
χρησιμοποιεί «ευθύ λόγο», μεταφέρονται εδώ κάποια αποσπάσματα :
«Αγαπητέ μου Δημητράκη!» Διάβασα όσα έγραψες στο ‘Ελεύθερον Βήμα’ της
περασμένης Κυριακής για μένα και ούτε με εξέπληξε ούτε με λύπησε – τα περίμενα.
Ήθελα όμως να σου πω κ’ εγώ δυο λόγια. Κάποτε μεταχειρίσθηκα για σένα μια
μεγάλη φράση που δεν θα την ακούσης εύκολα στην Ελλάδα και μάλιστα από
‘εγωπαθείς’ σαν και μένα, όπως με αποκαλείς: ‘Ούκ εγώ ειμί το φως αλλ’ ο οπίσω
μου ερχόμενος’. Αν δεν γελιέμαι η φράση αυτή σου άρεσε τότε θαρρώ μάλιστα πως
μ’ ευχαρίστησες κι’ όλα.
Γι’ αυτό θα σου μιλήσω στο ίδιο ύφος και θα σε παρακαλέσω ν’ ακούσης
την ακόλουθη παραβολή ή παραμύθι.
Μια φορά κ’ έναν καιρό κάποιος τεχνίτης, βάλθηκε να χτίση ένα σπίτι,
ένα μεγάλο σπίτι. Μόνος του, με τη βοήθεια λίγων φίλων, με κόπους και με
μόχθους, το έστησε αντίκρυ στο πιο τρανό, το πιο μεγάλο σπίτι του χωριού, μα
που έστεκε διπλομανταλωμένο, περήφανο και βουβό στη μέση της πλατείας.
»Το σπίτι του τεχνίτη όλο κι’ ανέβαινε κι’ όταν είχε σχεδόν τελειώση
άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του σε κάθε άξιο και καλό που έφευγε τ’ αφιλόξενο
αντικρυνό σπίτι και που ο τεχνίτης τους δεχόντανε με όλη του την καρδιά και
τους έλεγε, ελάτε αδέρφια, βοηθήστε με να στήσωμε το σπίτι, ελάτε να το στολίσωμε
περήφανα στον ήλιο, δικό σας είνε το σπίτι, δικό σας και καμάρι του χωριού μας.
»Και μια μέρα, ένα πρωϊνό, το θυμάσαι Δημητράκη; Ήρθε ένας νέος που γύριξε από τα ξένα
και χτύπησε την πόρτα του καινούριου σπιτιού και είπε στον τεχνίτη: Έρχομαι
διωγμένος από το παληό το πατρικό το σπίτι, το ξέρεις πως είμαι κ’ εγώ τεχνίτης
κ’ ήρθα να στολίσω το παληό το σπίτι που όσο πάει και ρημάζει, όμως ο αφέντης
του σπιτιού δε με δέχτηκε. Αν δεν με δεχτής και συ δε μου μένει πια παρά να
ξενητευτώ και πάλι, δε μου μένει παρά να φύγω από το χωριό. Και ο τεχνίτης του
άνοιξε την αγκαλιά του, κι’ αφού έσφαξε το μόσχο το σιτευτό εκάλεσε τους φίλους
του και τους είπε: ‘Εδώ είνε ο αδελφός μας, ο πιο άξιος αδερφός μας, δεχθήτε
τον συναρχηγό πρώτο και καλλίτερο μέσα στο σπίτι που θα μας το στολίση και θα
μας το ομορφήνη με την καινούρια την ξενόφερτη τέχνη του.
»Κι’ ο νέος γνωρίστηκε και τιμήθηκε από όλους τους ανθρώπους του
χωριού, από τους φίλους του σπιτιού κι’ ακόμη και το παληό το σπίτι άνοιξε τις
πόρτες του κ’ έγινε ένα γενικό γιορτάσι στο χωριό και τον τιμήσανε όλοι, έβλεπε
αυτά ο τεχνίτης και χαιρόντανε και καμάρωνε γιατί τα θαρρούσε και λίγο για έργο
του. Όμως σιγά-σιγά με τον καιρό ο νέος άρχισε να στενοχωριέται μέσα στο
καινούριο σπίτι και να τα βάζει με τον τεχνίτη. Πότε η σκάλα του φαινόντανε
μικρή πότε τα παράθυρα στραβοφτειασμένα κι’ άρχισε μαζύ με λίγους δικούς του
και με τους τζορμπατζήδες και τους δανειστές του σπιτιού τη γκρίνα ενάντια στον
τεχνίτη. Και τότε είπε ο τεχνίτης στο νέο: ‘Σα δε σ’ αρέσει αδελφέ μου το
σπίτι, χτίσε ένα άλλο κατά πως εσύ το φαντάζεσαι’. ‘Δεν μπορώ’, του απάντησε ο
νέος, δεν μπορώ γιατί τα χέρια μου είνε αδύνατα και το θεμέλιωμα δεν είνε η
τέχνη μου… Δεν μπορώ να παλέψω […] σαν κ’ εσένα’. Και του αποκρίθηκε ο
τεχνίτης: ‘Εμένα τα χέρια μου είνε ακόμη γερά και δε φοβάμαι το θεμέλιωμα.
Κράτησε αδερφέ μου το σπίτι που εγώ έχτισα και διόρθωσέ το όπως εσύ νομίζεις.
Σου το χαρίζω. Όσο για μένα, θα πάω να χτίσω ένα καινούριο σπίτι, με σκάλες και
παράθυρα σύμφωνα με το δικό μου σχέδιο, με το δικό μου γούστο.
»Τώπε και τώκανε – και τον ακολουθήσανε κόσμος πολύς εργάτες και
μαστόροι από τους παληούς του φίλους κι’ άλλοι καινούριοι που θέλαν να τον
βοηθήσουνε κι’ άρχισε το θεμέλιωμα του τρίτου σπιτιού. Κι’ όταν ο νέος είδε πως
τα θεμέλια άρχισαν να ριζώνουν καλά, έστειλε τους κατήδες κ’ ήθελαν να
εμποδίσουν το χτίσιμο, κι’ έπαιρνε λάσπες και πέτρες και πετροβολούσε τον
τεχνίτη και φώναζε από τα κεραμίδια του σπιτιού πως δεν του μείνανε αρκετοί
εργάτες, πως το δικό του σπίτι θα γκρεμίση και λοιδωρούσε κ’ έβριζε τον
τεχνίτη. Κι ο τεχνίτης του αποκρίθηκε: ‘Κύτταξε το σπίτι που σου χάρισα αδερφέ
μου κι’ άφησέ με ήσυχο να θεμελιώσω το δικό μου και μη συγχίζεσαι. Αν καμιά
φορά το δικό σου γκρεμίση ή οι δανειστές κ’ οι τζορμπατζήδες σου κλείσουν την
πόρτα, όπως έγινε με το παληό το πατρικό σου το σπίτι, εδώ είμαστε, αυτό το
σπίτι που θεμελιώνω, αδερφέ μου θα σε δεχθή πάλι, όπως σε δέχτηκε το άλλο
εκείνο το πρωϊνό που του χτύπησες την πόρτα, το σπίτι που σου χάρισα. Το
θυμάσαι Δημητράκη;
»Όσον αφορά τα ‘έργα του Καλομοίρη’ ξέρεις καλά πως όχι μόνον δεν
εζήτησε να του παίξη έργα του ο ‘Σύλλογος συναυλιών’, αλλά και παρά τις
επίμονες παρακλήσεις σου αρνήθηκα να δώσω έργο μου στη συναυλία Ελλήνων
συνθετών που έδωκε ο Σύλλογος το Φεβρουάριο.17 Όσο για την αξία των έργων μου και την γνώμη των συνδρομητών
σας δε θα σε παραπέμψω σε όσα άλλοτε είπες στον ‘Ελεύθερο Λόγο’ για τη Συμφωνία της Λεβεντιάς, γιατί νομίζω
τώρα που σε γνώρισα καλλίτερα, Δημητράκη μου, πως όσα επαινετικά είπες, δεν τα
είπες τόσο από πεποίθηση όσο για να κατεβάσης έναν άλλο συνάδελφο, το Ριάδη,
που σου είχε τότε δώση στα νεύρα. Θα εκφράσω μόνο τη χαρά μου πως οι
συνδρομητές σας δεν άρεσαν τα έργα μου, αλλά άρεσαν το ‘Πασιφίκ’,18 την ‘Ιστορία του
Στρατιώτη’ κ..λ.π., που σημαίνει πως η μουσική προώδευσε σημαντικά στην Αθήνα
[…]».19
Τουλάχιστον δύο σημεία από την επιστολή του Μανώλη Καλομοίρη
τεκμηριώνονται γραπτά: πραγματικά, η υποδοχή που επεφύλαξε ο Μ.Κ. στον ομότεχνό
του ήταν μεγαλόκαρδη: «Μόλις ο Μητρόπουλος εγνώρισε τον εαυτό του κ’ εμέτρησε
τας δυνάμεις του, αντί να εξακολουθήση τη δουλειά του στη Γερμανική πρωτεύουσα
και να αμιλλάται σα Γερμανός με τους Γερμανούς ή σα Γάλλος με τους Γάλλους,
αποφάσισε να κατεβή στην Ελλάδα και να εργαστή για την Ελλάδα, να δημιουργήση,
να δημιουργήση όχι μόνο σα συνθέτης αλλά και σα μουσικός. Και όλοι εμείς που
είχαμε την ευτυχία να τον δεχτούμε ανάμεσά μας, τον ξαναβρήκαμε το ίδιο αγνό
παιδί, τον ίδιο αγνό καλλιτέχνη που είναι όλος μουσική κι’ όλος ιδανικά, μα
μαζύ βρεθήκαμε μπροστά και σ’ ένα μουσικό που ξεπερνούσε και τις πιο τολμηρές
μας ελπίδες. Μόλις ο Μητρόπουλος πήρε την μπαγκέττα κι’ άρχισε να οδηγάει το
ήχινο άτι της ορχήστρας του μέσα στα πιο δυσκολοδιάβατα λειβάδια της νεώτερης
μουσικής, νοιώσαμε όλοι πως ο Μητρόπουλος ήτανε κάτι αληθινά εξαιρετικό, κάτι
ανώτερο για το μουσικό πολιτισμό του τόπου μας, προωρισμένος να σημειώση έναν
από τους σπουδαιότερους σταθμούς στη μουσική μας εξέλιξη. Γι αυτό γράφω τις
λίγες αυτές γραμμές, για να ειδοποιήσω το κοινό μας πως εγεννήθη ημίν μουσικός
και να επαναλάβω κάτι που ένας παληός προφήτης είπε μια φορά, με την μεγαλύτερη
χαρά και ικανοποίηση. ‘Ουκ εγώ ειμί το φως, αλλ’ ο οπίσω μου ερχόμενος’…». 20 Εξάλλου,
επιβεβαιώνεται (έμμεσα αλλά από αξιόπιστη πηγή) ότι ο Δ.Μ. είχε εκφραστεί με
ενθουσιασμό για τον συνθέτη Μ.Κ., σχολιάζοντας το έργο του Συμφωνία της Λεβεντιάς που είχε διευθύνει στη συναυλία της 25ης
Ιαν. 1925. 21 Σε μουσικοκριτικό σημείωμά του ο Μάριος Βάρβογλης (1885-1967) γράφει
τα εξής: “Παραθέτω τα λόγια που μου είπε ο Μητρόπουλος μετά την εκτέλεση της Συμφωνίας της Λεβεντιάς. Στο έργο αυτό
βλέπω μια μεγάλη δύναμη εμπνεύσεως που για πρώτη φορά συναντώ σε ελληνική
σύνθεση, ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε ο φίλος μας Ριάδης κατορθώσαμε ίσαμε σήμερα
να παρουσιάσουμε ένα συμφωνικό σύνολο διαρκείας με τόσο έντονη έκφραση, γιατί
είναι σπάνιο στην εποχή μας αυτή, που η μηχανική ζωή μας έχει κάνει νευρικούς,
να έχη κανείς την αντοχή, νάχη τόσο μεγάλη μουσική αναπνοή […] Μια οικοδομή,
όμως, αξιόλογη, μόνο ο Καλομοίρης ίσαμε σήμερα μας παρουσίασε. Και σε βεβαιώ,
Μάριε, πως από σήμερα εδραιώνεται η πεποίθηση μου για τη μεγάλη σημασία του
Καλομοίρη στην ελληνική μουσική δημιουργία».22
Στην επιστολή του Καλομοίρη δεν απάντησε ο Μητρόπουλος, τις επόμενες
μέρες, όμως, δημοσιεύτηκε επιστολή του φίλου και συμμαθητή του, πιανίστα Αντώνη
Σκόκου, ο οποίος επίσης το 1924 είχε συνεργαστεί με το Ε.Ω. ως καθηγητής του
πιάνου, ενώ από το 1927 θα ανήκει στο διδακτικό προσωπικό του Ω.Α.. Στην
επιστολή του εκείνη ο Σκόκος αναφέρεται μόνο σε ένα από τα σημεία της επιστολής
του Μ.Κ. ισχυριζόμενος ότι οι «πόρτες» του Ω.Α. για τον Δ.Μ. το 1924 ήταν
ορθάνοιχτες, παράλληλα δίδει την δική του εκδοχή:
«Εις το χθεσινόν σας προς τον αγαπητόν Δημητράκην Μητρόπουλον… παραμύθι
σας, -σαν παραμύθι βέβαια, το εδιηγηθήκατε με την φαντασίαν σας,- καταλλήλως
λησμονείτε ότι όχι αυτός αλλ’ εσείς του ‘εκτυπήσατε ένα ωραίο πρωϊνό την
πόρτα’. Όταν την άνοιξιν του 1923 εκάματε τον γύρον της Δυτικής Ευρώπης
δαπάναις των κεφαλαιοκρατών -τους οποίους τώρα μόνον απεχθάνεσθε- του ωδείου,
το οποίον σεις, παρά τας διαμαρτυρίας πολλών συνιδρυτών και συναγωνιστών σας,
τη πρωτοβουλία και εισηγήσει σας μετετρέψατε εις ανώνυμον εταιρείαν, όταν λέγω
περιήρχεσθο διαφόρους πόλεις της Γαλλίας και Γερμανίας και είχατε δοθή ψυχή Τε
και σώματι εις τον εμπορικόν κλάδον του ιδρύματος προς απόκτησιν διαφόρων
εργοστασίων προς αντιπροσωπείαν, ήλθατε μόνος σας εις Βερολίνον και εκτυπήσατε
την πόρτα του κ. Μητροπούλου και ενθυμείσθε διατί; Διότι είχατε πληροφορηθή,
καθώς μου είπατε, ότι ‘το άλλο σπίτι το παληό’ του παραμυθιού σας ήταν έτοιμο
να του ανοίξη διάπλατα τις πόρτες του !!!… Τώρα, αν ο νέος τεχνίτης και μαζί μ’
αυτόν μερικοί άλλοι εστενοχωρούντο διότι η ‘σκάλα’ του σπιτιού του παραμυθιού
σας ‘του φαινόταν μικρή’ ή ‘τα παράθυρα στραβοφτιασμένα’, εστενοχωρούντο διότι
σεις ο πρωτομάστορας αν και αναγνωρίζατε τα σφάλματα αυτά τα τόσον ουσιώδη, τα
αφήνατε έτσι χωρίς να έχετε τη δύναμη να επιβληθήτε σε μερικούς από τους
τεχνίτες σας.
»Και για ν’ αφίσωμε τα παραμύθια κατά μέρος, αγαπητέ κ. Καλομοίρη,
ενθυμείσθε τι είπατε όταν σας παρεπονούμην ότι ο καλλιτεχνικός προορισμός του
ωδείου χάνεται εάν επικρατή ένα απεριόριστο πνεύμα επιεικείας και
χαριστικότητος; Μου απαντήσατε επί λέξει τα εξής: ‘Η ιδιοσυγκρασία του Ρωμηού
δεν επιδέχεται αυστηρότητας και πρέπει να βαδίζωμεν σύμφωνα μ’ αυτήν’. Η φράσις
σας αυτή είνε αρκετά χαρακτηριστική διά να αποδείξη πώς και διατί ένας ‘ναός
του Απόλλωνος’ παρ’ ολίγον να μετατραπή εις ‘ναόν του Ερμού’. Ένα ίδρυμα που
έχει πλήρη συναίσθησιν της αποστολής του οφείλει να κρατή υψηλά τον πυρσόν της
τέχνης, αδιάφορον εάν ολίγοι θα είνε εκείνοι που θα τον φθάσουν. Και εδώ ακριβώς διαφέρουν αι αντιλήψεις εκείνων
που έμειναν εις το Ελληνικόν Ωδείον».23
Ο Καλομοίρης δεν άφησε αναπάντητη την επιστολή του Σκόκου, έκλεισε την
από των στηλών της εφημερίδας διεξαγόμενη λογομαχία με τα εξής:
«Το Ελληνικόν Ωδείον εξακολουθεί την συστηματικήν παραποίησιν της
αληθείας που εγκαινίασε με την πολεμικήν του εναντίον του Εθνικού Ωδείου. Χθες
προσεπάθησε αφελέστατα να διαστρέψη και τα πασίγνωστα γεγονότα της προσλήψεως
του κ.Μητροπούλου εις το Ελληνικόν Ωδείον. Το γεγονός είνε ότι αυτός ο κ.
Σκόκος, ο οποίος κατά τας ώρας της σχόλης του αρέσκεται ολίγον εις το να κάμνη
τον ιμπρεσσάριον του κ. Μητροπούλου, πρώτος αυτός μου επρότεινε στο Βερολίνον
να προσλάβωμεν τον κ. Μητρόπουλον στο Ελληνικόν Ωδείον. Τα λοιπά είνε τόσον γνωστά ώστε θεωρώ λίαν
ανιαρόν δια τους αναγνώστας σας να επανέλθω επι του ζητήματος αυτού.
»Επίσης νομίζω ανάξιόν μου να απαντήσω εις τας περί ‘διαφθοράς των συνειδήσεων’ των μαθητών του Ελληνικού Ωδείου κατηγορίας του κ. Σκόκου. Κρατώ μόνον εις την διάθεσιν παντός ενδιαφερομένου την από 11 Αυγούστου εγκύκλιον του Ελληνικού Ωδείου προς τους γονείς των μαθητών που ανήκουν εις τους αποχωρήσαντας καθηγητάς. Εις την εγκύκλιον αυτήν η διεύθυνσις του εν λόγω ιδρύματος εις ύφος ανάρμοστον και εις εμπορικήν επιχείρησιν ακόμη προτρέπει τους μαθητάς να εγκαταλείψουν τους καθηγητάς των διαστρέφουσα τα γεγονότα και υβρίζει και συκοφαντεί τους αποχωρήσαντας καθηγητάς και τον τέως διευθυντήν της.
»Όσον όμως δια την περίφημον επιείκιάν μου πράγματι ομολογώ και το
διακηρύττω ότι έχω την αρχήν ότι η μεγάλη αυστηρότης, ηλιθίως εφαρμοζομένη, δεν
μπορεί παρά να έχη ολέθρια αποτελέσματα σε τόπον που σήμερον αγωνιζόμεθα ακόμη
για να τον κάνωμε να καταλάβη, να αγαπήση την μουσικήν! Το ότι δε έχω δίκαιον
τρανή απόδειξις είνε αυτός ο ίδιος ο κ. Σκόκος: Είνε γνωστόν στους παροικούντας
την Ιερουσαλήμ πως όταν προ δύο χρόνων επέστρεψε από την Γερμανίαν ο κ. Σκόκος,
εις το Ωδείον Αθηνών εσυζητούσαν αν πρέπει να τον διορίσουν ως καθηγητήν δευτέρας
τάξεως, ενώ εις το Ελληνικόν Ωδείον τη προτάσει μου και παρά την γκρίνιαν
ωρισμένων αδιαλλάκτων νυν φίλων του διωρίσθη πρώτης τάξεως καθηγητής, και τα
πράγματα με εδικαίωσαν, διότι ο κ. Σκόκος, αν και μετριώτατος εκτελεστής,
απεδείχθη πολύ καλός καθηγητής. Αυτά για τελευταίαν φοράν. Η εξέλιξις των
πραγμάτων ας ομιλήση!».24
Στην αψιμαχία αυτή δεν δόθηκε (από ό,τι είναι έως σήμερα γνωστό)
συνέχεια. Το ερώτημα που τέθηκε πιο πάνω παραμένει αναπάντητο: Ποιοί παράγοντες
οδήγησαν τον Μητρόπουλο στην επιλογή του να δεχθεί την πρόταση του Καλομοίρη
και ν’ αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως αρχιμουσικός της Σ.Ο.Ε.Ω. και όχι της
Σ.Ο.Ω.Α.; Κάποιες υποθέσεις διατυπώθηκαν, ενώ η εξέλιξη των πραγμάτων γεννά ένα
ακόμη ερώτημα: Ποια ήταν τα αίτια της εκατέρωθεν αλλαγής των διαθέσεων και της
«παραταξιακής» σύγκρουσης ανάμεσα στον Καλομοίρη και Μητρόπουλο;
Το χάσμα που δημιουργούν τα ερωτήματα αυτά στο πεδίο έρευνας της σχέσης
των δύο ανδρών, που επηρέασαν (ποιος περισσότερο και ποιος λιγώτερο δεν
αποτιμάται τη στιγμή αυτή και ούτε είναι αναγκαίο ή σκόπιμο να τεθεί σε τέτοια
βάση το θέμα) καθένας με τον τρόπο του σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις της
ελληνικής μουσικής ζωής, δεν είναι δυνατόν να γεφυρωθεί χωρίς τη βοήθεια νέων
πηγών που προσδοκάται ότι θα ρίψει νέο φως στο ερευνητικό πεδίο. Για την
οποιαδήποτε, πάντως, απάντηση πρέπει να ληφθεί υπόψη (και το στοιχείο αυτό
κατατίθεται χωρίς, βέβαια, να σημαίνει πρόθεση του συγγραφέα να δικαιολογήσει
την στάση του Δ.Μ. αλλά μόνο να βοηθήσει στην αιτιολόγηση της αντίδρασής του )
ότι ο Δ.Μ., από τη στιγμή που στράφηκε στη διεύθυνση ορχήστρας, αποφασίζοντας
σε πρώτη φάση (από το 1924) την συμπόρευση του αναδημιουργού με τον δημιουργό
και σε μεταγενέστερη (από το 1937) την οριστική παραίτηση του εκτελεστή από την
ενασχόληση με τη σύνθεση) διακατείχετο από μια μόνιμη, τυραννική (χωρίς
υπερβολή) αγωνία, μη μείνει χωρίς ορχήστρα, οι οποιεσδήποτε αντιδράσεις του
επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από αυτόν τον διαρκή φόβο. Όχι αδικαιολόγητα,
ιδίως μετά τη διάσπαση των δυνάμεων του Ελληνικού Ωδείου και την ίδρυση του
«Εθνικού», που λειτούργησε ταυτόχρονα ως συνέπεια (διάλυση της Ορχήστρας του
Συλλόγου Συναυλιών) και ως προϋπόθεση (συγκρότηση της Ορχήστρας του Εθνικού
Ωδείου).
Πράγματι, στο τέλος της σαιζόν 1926-27 η Ορχήστρα του Συλλόγου Συναυλιών διαλύθηκε. Το φθινόπωρο του 1927 επανασυγκροτείται η Σ.Ο.Ω.Α. Επικεφαλής της τοποθετείται ο Μητρόπουλος, που ήδη έχει δώσει δείγματα των ιδιαιτέρων ικανοτήτων του. Θα διευθύνει τις περισσότερες από τις συναυλίες που δίδονται στα επόμενα χρόνια, ενώ τις υπόλοιπες τις μοιράζονται οι συνάδελφοί του Μπουτνίκοφ, Μπουστίντουϊ και Οικονομίδης. Ο Μητρόπουλος κράτησε τη θέση αυτή ως το 1938, την εποχή που εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Η.Π.Α. Στο διάστημα αυτό όμως, ο κίνδυνος διάλυσης και αυτής της ορχήστρας κάθε άλλο παρά είχε οριστικά αποσοβηθεί, καθώς η διαμάχη ανάμεσα στα ωδεία και ο αγώνας γοήτρου για τη διατήρηση στη ζωή της ορχήστρας του κάθε ιδρύματος γίνεται όλο και οξύτερος. Η αγωνία ωθεί τον Μητρόπουλο στην αναζήτηση λύσης που θα προερχόταν από μια αποφασιστική παρέμβαση της Πολιτείας. Σε μια επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, με χρονολογία 19 Οκτωβρίου 1928, γράφει μεταξύ των άλλων και τα εξής :
«Στας Αθήνας υπάρχουν αυτή τη στιγμή καλώς είτε κακώς (κατά την γνώμη
μου, κακώς) τρία Ωδεία. Τα Ωδεία αυτά στεγάζουν περίπου τρεις έως τέσσαρες
χιλιάδες μαθητάς. Εις τα Ωδεία αυτά είναι δυστυχώς μοιρασμένες όλες οι
ελληνικές καλλιτεχνικές αξίες του τόπου μας. Καθώς βέβαια θα μαντεύσατε, τα
Ωδεία αυτά επί τρία τώρα έτη αλληλοτρώγονται ποιο θα έχη την επιχορήγηση του
Κράτους για να μπορή να κάνη αυτό την ορχήστρα, επειδή φυσικά η ορχήστρα
προσθέτει μια αίγλη εις το εκάστοτε Ωδείον.
»Δυστυχώς όμως μόνον αίγλη προσφέρει, εξ εναντίας δε φοβερή βλάβη εις
το εκπαιδευτικόν μέρος, δηλαδή στον κύριο σκοπό του Ωδείου. Αλληλοτρώγονται,
λοιπόν, σε ποιο Ωδείον θα ανήκη η ορχήστρα, ποίου τον τίτλον θα φέρη!».24
Τόσο, όμως, το διαρκές πρόβλημα της ορχήστρας, που επηρεάζει τις
αντιδράσεις του Μητρόπουλου, όσο και οι διενέξεις ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν
πρέπει να ιδωθούν ως περιστασιακά «επεισόδια» αλλά να τοποθετηθούν σε ένα
ευρύτερο πλαίσιο και να θεωρηθούν υπο το πρίσμα της ιστορικής οπτικής.
Η Σοφία Σπανούδη, από τα στελέχη του Ελληνικού Ωδείου, που είχε
ακολουθήσει τον Καλομοίρη και συνταχθεί με τις δυνάμεις του νεοσύστατου τότε
Εθνικού Ωδείου, πιανίστα, μουσικογράφος και μουσικοκριτικός, προσωπικότητα που
έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την ελληνική μουσική
ζωή, συγκαταλέγεται σ’ εκείνους που συμπαραστάθηκαν στον Καλομοίρη και του
αναγνώρισαν τον ρόλο του πρωτεργάτη της Εθνικής Σχολής μουσικής. Ανήκει,
επίσης, σ’ εκείνους που διέγνωσαν από την πρώτη του εμφάνιση την ιδιοφυϊα του
Μητρόπουλου, διά βίου παρακολούθησε με στοργή και θαυμασμό τις προσπάθειες, τις
επιδόσεις και την ανοδική πορεία του Μητρόπουλου-μαέστρου, δεν συμφώνησε, όμως,
με τις ανησυχίες του Μητρόπουλου-συνθέτη ή, μάλλον, αποδοκίμασε με καυστικότητα
τα πρωτοποριακά συνθετικά εγχειρήματά του, μιλώντας για ψυχοπάθεια στην τέχνη.
Ο Μητρόπουλος της απέδωσε τον τίτλο της «Μάνας του μουσικού», ο Καλομοίρης
(ενοχλημένος, ίσως, από κάποιες φραστικές υπερβολές άκρατου ενθουσιασμού στις
κρίσεις της για τον Μητρόπουλο) της είχε καταλογίσει ότι πάσχει από
«Μητροπουλίτιδα». Οι δηλώσεις που έκανε η Σπανούδη με αφορμή τους
«πυροβολισμούς» που αντηλλάγησαν ανάμεσα στον Καλομοίρη και τον Μητρόπουλο από
τα χαρακώματα των στηλών της εφημερίδας Ελεύθερον
Βήμα δίνουν μια διαφορετική οπτική γωνία στη διερεύνηση των αιτίων της
διένεξης Καλομοίρη-Μητρόπουλου, τα οποία έχουν φυσικά σχέση με τις
διαμορφούμενες κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες γενικότερα αλλά και ειδικά με τις
συνθήκες διαμόρφωσης της ελληνικής μουσικής ζωής:
«Θέλετε να μάθετε τους λόγους της αποχωρήσεώς μας από το Ελληνικόν
Ωδείον; Αλλά το είπα και αλλού. Δεν πρόκειται περί αποχωρήσεως. Πρόκειται
απλούστατα περί μετακομίσεως του Ελληνικού Ωδείου εις άλλο οίκημα.
Καταλαβαίνετε πολύ καλά ότι Ελληνικόν Ωδείον χωρίς τον Καλομοίρην, τον
δημιουργόν του, ούτε είνε δυνατόν να εννοηθή, ούτε είνε δυνατόν να υπάρξη. Και
καταντά αστείον το ότι εφαντάσθησαν μερικοί επιχειρηματίαι ότι θα ήτο ποτέ
δυνατόν να απομακρύνουν τον Καλομοίρην από το δημιούργημά του και να κρατήσουν
τους καλλιτεχνικούς συνεργάτας του που εργάζονται μαζύ του κάτω από τη σημαία
του ίδιου εθνικού ιδανικού.
»Η αφορμή [της διαφωνίας] πρέπει ν’ αναζητηθή αφ’ ενός στην ταπεινήν
εμπορικήν αντίληψιν εκείνων που εισεχώρησαν και απέκτησαν πρωτοβουλίαν
μέσα σ’ ένα ίδρυμα απολύτως
καλλιτεχνικόν. Και έπειτα στο ψυχοφθόρον πνεύμα της ‘κλίκας’ που πολύ λίγοι
Ρωμηοί είνε άξιοι ν’ αποφύγουν. Μερικά ετερόφωτα σώματα, που δεν έχουν δικό
τους ατομισμό, κατώρθωσαν να δημιουργήσουν μιαν εντελώς τεχνητήν ατμόσφαιραν
αντιζηλίας μεταξύ Καλομοίρη και Μητροπούλου. Η αντιζηλία αυτή ουσιωδώς ουδέποτε
υπήρξε. Ο Καλομοίρης έδειξε πάντα μιαν άδολη στοργή στο Μητρόπουλο και
διεκήρυξε πάντα ανεπιφύλακτα το θαυμασμό του για το τάλαντόν του. Άλλωστε ο
καθένας ήταν ελεύθερος να εργασθή στη δική του σφαίρα. Μα οι καλοθεληταί και οι
αυλόδουλοι του κοινωνικού και του καλλιτεχνικού σνομπισμού δεν έλειψαν και σ’
αυτή την περίσταση. Και τ’ αποτελέσματα επήλθαν ραγδαία, βοηθούσης και της
ακρισίας μερικών συμβούλων».26
Η σύγχρονη μουσικολογική σκέψη και κρίση δίνει μια αντικειμενική
διάσταση στα γεγονότα μέσα από την ψυχο-κοινωνιολογική τους θεώρηση: «Βέβαια
στη μικρή Ελλάδα με τις ελάχιστες τότε εξειδικευμένες δυνάμεις οι διενέξεις
έπαιρναν πάντα ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα και ξέρουμε ότι οι δυνατότητες
διαφοροποίησης των συγκεκριμένων προσώπων και των επιδιώξεών τους μέσα σε ένα πιο
σύνθετο πλαίσιο ‘πλουραλισμού’ ήταν ελάχιστες».27
Εξάλλου, η συμβίωση Καλομοίρη-Μητρόπουλου θα μπορούσε να πει κανείς πως
ήταν περιστασιακή. Επρόκειτο για δύο διαφορετικής ύλης (προερχόμενοι από
διαφορετικούς γαλαξίες) και διαφορετικής τροχιάς πλανήτες που (για ένα διάστημα
τουλάχιστον) ήταν υποχρεωμένοι να συνυπάρξουν μέσα στο ίδιο, υπό διαμόρφωση (ή
μάλλον σε συνεχή αναδιαμόρφωση) ευρισκόμενο πλανητικό σύστημα, σε ορισμένες
περιπτώσεις, μάλιστα, διαγράφουν τροχιές αναπόφευκτα διασταυρούμενες.
Ο Μ.Κ. είναι συνθέτης και ήδη από το 1908, στο πρόγραμμα της
προαναφερθείσης συναυλίας με αποκλειστικά δικά του έργα, έχει κοινολογήσει το
καλλιτεχνικό-ιδεολογικό πρόγραμμά του, αντιπαρατιθέμενος στις προγενέστερες
προσπάθειες των Διονυσίου Λαυράγκα, Γεωργίου Λαμπελέτ κ.ά. 28 και διεκδικώντας
την θέση του ηγέτη στο θεμελίωμα της Ελληνικής Εθνικής Σχολής μουσικής.
Διακηρύττει ότι «ονειρέφτηκε να φτιάξη μιαν αληθινά Εθνική μουσική βασισμένη απ’ τη μια μεριά στη μουσική των αγνών […]
δημοτικών τραγουδιών μα και στολισμένη από την άλλη με όλα τα τεχνικά μέσα που
μας χάρισεν η αδιάκοπη εργασία των προοδεμένων στη μουσική λαών».29
Ο Δ.Μ. ξεκίνησε ως «πολλά υποσχόμενος» συνθέτης, ο ίδιος, όμως, δεν
είχε υποσχεθεί με το έως το 1920 συνθετικό έργο του ότι θα συμμετείχε ή προετοιμαζόταν
να συμμετάσχει στον αγώνα για το θεμελίωμα της Εθνικής Σχολής μουσικής. «Μπορεί
να φαίνεται οξύμωρο, αλλά ο καλλιτέχνης Μητρόπουλος δεν πρέπει να έζησε τη
μετάβασή του στο εξωτερικό ως εκπατρισμό, και η επιστροφή του στην Αθήνα δεν
σήμαινε γι’ αυτόν ‘γυρισμό στην πατρίδα’ αλλά ‘ξενιτεμό’. Δεν είχε τίποτε το
κοινό με τους Έλληνες μουσικούς, που για να σπουδάσουν ή για να συμπληρώσουν
τις σπουδές τους αναγκάστηκαν να εκπατρισθούν, οι οποίοι ζούσαν με το όνειρο
και καίγονταν από την επιθυμία να επιστρέψουν στον τόπο τους και να δουλέψουν
για την ελληνική μουσική ιδέα. Άλλωστε μια τέτοια επιθυμία δεν μπορεί να
γεννηθεί, αν δεν υπάρχουν οι ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις γι’ αυτό. Και καθώς
φαίνεται από τις αντιδράσεις του, ή μάλλον από την έλλειψη κάθε αντίδρασης
απέναντι στα γεγονότα των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα που είχαν άμεση σχέση
με τις προσπάθειες για το θεμελίωμα της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, τα
γεγονότα αυτά δεν τον άγγιξαν. […] Οι προσπάθειες των πρωτεργατών της ελληνικής
εθνικής μουσικής σχολής, του Λαυράγκα, του Γ. Λαμπελέτ, του Καλομοίρη, του
Βάρβογλη, του Αιμίλιου Ριάδη και των συνεχιστών τους, αποτελούν την απάντηση
των Ελλήνων συνθετών στο κάλεσμα του ελληνικού κόσμου για αναγέννηση,
συνδέονται άμεσα με το κίνημα του δημοτικισμού και με τους απελευθερωτικούς
αγώνες.
»Όταν με την έναρξη του πρώτου βαλκανικού πολέμου ο Καλομοίρης και ο
Σπύρος Σαμάρας δημοσίευαν, και σε εφημερίδες ακόμη, τραγούδια τους με
εθνεγερτικό περιεχόμενο, ο δεκαεξάχρονος Μητρόπουλος ‘ονειροπολεί στην ακρογιαλιά’
και ‘κλείνει τα μάτια του’30 μπροστά στα γεγονότα, η εφηβική του καρδιά δεν
δονείται από πατριωτικό συναίσθημα τέτοιο, που να μπορεί να μετουσιωθεί σε
μουσική. Ο Καλομοίρης έχει παρουσιάσει τις όπερές του Πρωτομάστορας στα 1916 και τον επόμενο χρόνο το Δαxτυλίδι της μάνας, όταν ο Μητρόπουλος
διευθύνει την πρώτη πράξη της όπεράς του Soeur Beatrice σε κείμενο γαλλικό, του
Μωρίς Μαίτερλινκ».31
Όταν το καλοκαίρι του 1924 ο Μητρόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα,
φαίνεται να έχει ξεπεράσει την «κρίση» που τον έκανε να σιωπήσει ως δημιουργός
στη διάρκεια των ετών της παραμονής του στο Βερολίνο, διάστημα στο οποίο
βρέθηκε καταμεσής σε ένα φορτισμένο, ανάμεσα σε δυο μαγνητικούς πόλους, πεδίο,
που συνιστούσαν αφ’ ενός ο αντιρομαντισμός-νεοκλασικισμός του Μπουζόνι και ο
νέο-ρομαντισμός-εξπρεσσιονισμός του Σαίνμπεργκ, οι συνθετικές του απόπειρες
συνεχίζονται μέσα στον ελληνικό χώρο.
Ο Καλομοίρης θα εξακολουθήσει να διευθύνει για ένα χρονικό διάστημα, η
διεύθυνση, όμως, δεν θ’ αποτελέσει γι’ αυτόν σκοπό αλλά μάλλον μέσο, μέσο
επιβολής του και στήριξης των προσπαθειών του που έχουν σχέση με τα παιδαγωγικά
ιδρύματα που είχε ιδρύσει και διηύθυνε, το Ελληνικό Ωδείο και το Εθνικό Ωδείο.
Ο Δ.Μ. θα κάνει αποκλειστικό έργο του τη διεύθυνση, θα απωθήσει βαθιά
τον καημό του δημιουργού, χωρίς ίσως ποτέ να λυτρωθεί από αυτόν,32 και από το πόντιουμ
θα διεκδικήσει και θα κερδίσει την αναγνώριση και την προβολή όχι μόνο των
συμπατριωτών του αλλά και του διεθνούς κοινού.
Ο Μ.Κ., παράλληλα με όλα τα άλλα καθήκοντα που κατά καιρούς ανελάμβανε
και με τις τόσες δραστηριότητες του, άσκησε και το «επάγγελμα» του
μουσικοκριτικού.33
Με τα δεδομένα αυτά είναι φυσικό ότι η συνύπαρξη των
Καλομοίρη-Μητρόπουλου διέπεται από τον νόμο συνύπαρξης των πλανητών που ανήκουν
στο ίδιο πλανητικό σύστημα, από τον νόμο των αντίρροπων δυνάμεων της έλξης και
της άπωσης :
Ο Δ.Μ., από το 1927 και για μια ολόκληρη δεκαετία ήταν ο αρχιμουσικός
και ο κύριος -αν όχι ο μοναδικός- υπεύθυνος της Σ.Ο.Ω.Α. που εξελίχθηκε στον
βασικό μοχλό της ελληνικής μουσικής ζωής, δεδομένου ότι μόνιμος θεσμός λυρικού
θεάτρου δεν υπήρξε στο διάστημα αυτό. Συνεπώς, οι προτιμήσεις, οι επιλογές, ο
προγραμματισμός του Μητρόπουλου- αρχιμουσικού μπορούσαν να επηρεάσουν σε μεγάλο
βαθμό την προβολή του έργου και την επιβολή του συνθέτη Καλομοίρη.
Από την άλλη μεριά, ο Μ.Κ. ήταν αναγκασμένος ή είχε τη δυνατότητα να
κρίνει τον Δ.Μ. και να αξιολογεί τις επιδόσεις του ομοτέχνου του, και μάλιστα
και στους δύο τομείς της δραστηριότητάς του: του συνθέτη και του εκτελεστή.
Ο συγγραφέας έχει γενική εποπτεία του κριτικού έργου του Μ.Κ.34
δεν αποτελεί, όμως, θέμα της παρούσης εργασίας, ούτε ανήκει στις προθέσεις του
να προχωρήσει -τουλάχιστο επί του παρόντος- στην αποτίμηση του κριτικού έργου
του Καλομοίρη. Γεγονός πάντως είναι πως ο Μ.Κ. παρακολούθησε με ενδιαφέρον, με
σοβαρότητα, με αυστηρότητα, με καλή προαίρεση και με διάθεση αντικειμενικότητας
τις επιδόσεις του Δ.Μ. ως ερμηνευτή: τον επαινούσε θερμότατα και με μεγαλοψυχία
εκεί που θεωρούσε ότι άξιζε να τον επαινέσει, εξέφραζε τις επιφυλάξεις του
συγκρατημένα, στις περιπτώσεις που έκρινε ότι άξιζε να το κάνει. Παράλληλα,
χρησιμοποίησε τον κριτικό του λόγο ως εργαλείο πολιτιστικής πολιτικής και,
ξεκινώντας από την πεποίθηση πως οι ΄Ελληνες εκτελεστές όφειλαν να δώσουν
ιδιαίτερη προσοχή και, ξεκινώντας από την πεποίθηση πως οι ΄Ελληνες εκτελεστές
όφειλαν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην ελληνική μουσική δημιουργία, (αφού
πίστευε πως η αναγνώριση ενός συνθέτη πρέπει να προέλθει πρώτα από τον τόπο του
και μετά να ξαπλωθεί και έξω από τα σύνορα της πατρίδας του), ήταν ιδιαίτερα
επαινετικός όταν οι ερμηνευτικές επιδόσεις του Δ.Μ. αφορούσαν έργα Ελλήνων
συνθετών.35
Απέναντι στον Μητρόπουλο-δημιουργό η στάση του Μ.Κ. διαφοροποιήθηκε
δραστικά, για να φτάσει από τον ενθουσιασμό που έδειξε για τα νεανικά έργα του
συνθέτη στην πλήρη απόρριψη. Ο Μ.Κ. δεν ήταν μόνο ένας από τους σημαντικότερους
νεοέλληνες συνθέτες, διεκδίκησε και ανέλαβε έναν ηγετικό ρόλο στο θεμελίωμα της
Ελληνικής Εθνικής μουσικής σχολής, βασιζόμενος στο δικό του «πιστεύω» και στη δική
του επιδίωξη, που ήταν η αναζήτηση μιας εθνικής νεοελληνικής ταυτότητας και
μέσα από τη μουσική δημιουργία. «Ανήκε στους ΄Ελληνες που είχαν χάσει ήδη μια
φορά την πατρίδα (τη Μ.Ασία) και γι’ αυτό αναζητά, συνδυάζοντας όλα τα
ανατολικομεσογειακά στοιχεία, τους όρους μιας ‘νέας’ εθνικής ταυτότητας που δεν
θα μπορούσε να χαθεί για δεύτερη φορά συμβολικά».36
Ο δρόμος που ακολούθησε ο Δ.Μ. τον απεμάκρυνε όλο και περισσότερο από τον Καλομοίρη. Ο ένας ήταν ΄Ελληνας της διασποράς που ρίζωσε στον ελληνικό χώρο, ο άλλος ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα ζούσε και θα δημιουργούσε ως ΄Ελληνας της διασπορά, ο κοσμοπολίτης θα γινόταν φορέας του πανανθρώπινου ιδανικού, του ανθρωπισμού. Εξάλλου ο Μητρόπουλος, από τα πρώτα του βήματα στη διεθνή σκηνή, έδειξε πως δεν θα ανελάμβανε τον ρόλο του Απόστολου της ελληνικής μουσικής. Διπλή η απογοήτευση του Μ.Κ. και η εκδήλωση της πικρίας δεν προερχόταν μόνο από αυτόν.
Στην συνεδρία της 23ης Φεβρουαρίου 1933 η ολομέλεια της Ακαδημίας
Αθηνών εκλέγει τον Μητρόπουλο ως Πρόσεδρο Μέλος της. Η απόφαση αυτή έδωσε
αφορμή για κάποιες δυσαρέσκειες που εκδηλώθηκαν με την μορφή γραπτής
διαμαρτυρίας στον αθηναϊκό τύπο:
«Διαμαρτυρία των Ελλήνων μουσουργών δια την είσοδον του κ. Μητροπούλου εις την Ακαδημίαν»
«Ελάβομεν και δημοσιεύομε την κάτωθι επιστολήν φέρουσαν τας υπογραφάς
των μουσουργών μας κ.κ. Δ. Λαυράγκα, Γ. Λαμπελέτ, Μ. Καλομοίρη, Μ. Βάρβογλη, Θ.
Σπάθη και Σ. Προκοπίου.
»Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι ΄Ελληνες μουσουργοί μετ’ εκπλήξεως
επληροφορήθησαν ότι, προκειμένου να πληρωθούν δύο έδραι προσέδρων μελών εις την
Ακαδημίαν Αθηνών δια την μουσικήν, την μεν μιαν έδραν ουδείς εκ των Ελλήνων
μουσουργών εκρίθη κατάλληλος δια να την καταλάβη, διά δε την ετέραν εξελέγη ο
κ. Δημήτριος Μητρόπουλος.
»Δεν θέλομεν να μειώσωμεν την γενικήν μουσικήν αξίαν του κ.
Μητροπούλου, όστις και ως πιανίστας και ως διευθυντής ορχήστρας είναι άξιος
τιμής, νομίζομεν όμως ότι ούτος ως συνθέτης δεν έχει να παρουσιάσει ουδεμίαν
αξίαν λόγου, τόσον ποιοτικώς όσον και ποσοτικώς, δημιουργικήν εργασίαν, ήτις
δύναται να δικαιολογήση οπωσδήποτε την εκλογήν του εις θέσιν απονεμομένην υπο
της Ακαδημίας μόνον εις συνθέτας μουσικούς. Πολύ ολιγώτερον νομίζομεν ότι η
ακαδημία εδικαιούτο να πράξη τούτο, όταν παρεγνώρισε ή ηγνόησε το συνθετικόν
έργον άλλων καλλιτεχνών οίτινες έχουν να επιδείξουν μουσικήν δημιουργίαν
ποιοτικώς και ποσοτικώς ασυγκρίτως σπουδαιοτέραν της του κ. Μητρόπουλου.
»Το έργον των μουσουργών αυτών έχει ήδη γίνει κτήμα του ελληνικού λαού
προ πολλού και έχει κριθή ευμενέστατα και υπό των ξένων μουσικών κριτικών πολύ
ευμενέστερον από μιαν και μόνην μουσικήν σύνθεσιν, την οποίαν ο κ. Μητρόπουλος
μόνος του επαρουσίασε τελευταίως εις το εξωτερικόν.
»Δεν γνωρίζομεν τίνος ΄Ελληνος μουσικού το έργον θα επιβληθή και θα
επιζήση με την πάροδον του χρόνου, όστις είναι ο ασφαλέστερος κριτής κάθε
καλλιτεχνικού έργου, πιστεύομεν όμως ότι μεταξύ των ελληνικών έργων που θα
διαφύγουν την φθοράν του πανδαμάτορος χρόνου δεν θα συγκαταλέγονται ούτε το
‘Κοντσέρτο Γκρόσσο’, ούτε αι ‘Εφευρέσεις’ επάνω εις τους ιδιοτύπους ερωτικούς στίχους του κ.
Καβάφη που ενέπνευσαν τον κ. Μητρόπουλον.37
»Το μόνον ελαφρυντικόν επι του προκειμένου δια τους κ.κ. ακαδημαϊκούς,
οίτινες συν τοις άλλοις ηδίκησαν δια της αποφάσεώς των μουσουργούς, οι οποίοι έχουν
θυσιάσει πολυετή βίον όλως ανιδιοτελώς δια την μουσικήν μόρφωσιν του τόπου και
την δημιουργίαν ελληνικής εθνικής μουσικής, με την οποίαν ουδέν κοινόν ούτος
έχει, είναι νομίζομεν το γεγονός ότι ούτοι, ως εκ των πολλών και σοβαρών
ασχολιών των εις άλλας τέχνας και επιστήμας, αγνοούν τελείως τα πραγματικάς
μουσικάς αξίας του τόπου, και κρίνουν μόνον από τον απατηλόν θόρυβον της
διαφημίσεως, τον οποίον κάθε δεξιοτέχνης είναι φυσικόν να προκαλή με την δράσιν
του.
«Δ. Λαυράγκας, Γ. Λαμπελέτ, Μ. Καλομοίρης, Μ. Βάρβογλης, Θ. Σπάθης, Σ.
Προκοπίου».38
Η απόλυτα αρνητική στάση, η πλήρης απόρριψη του Μητρόπουλου-συνθέτη από
τον Καλομοίρη-κριτικό επισυνέβη με αφορμή τη μουσική που έγραψε ο πρώτος για το
ανέβασμα της τραγωδίας Ηλέκτρα του Σοφοκλή
σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού στις 4 Οκτωβρίου
1936:
«[…] Είνε πολύ θλιβερό», γράφει ο Καλομοίρης στο μουσικοκριτικό
σημείωμά του, «όταν έχη κανείς να μιλήση για την μουσική δημιουργία ενός
καλλιτέχνου με μεγάλη μουσική αξία, όπως ο κ. Μητρόπουλος, και είνε
υποχρεωμένος να διαπιστώση την τρομακτική στείρωση, την έλλειψη από κάθε
μουσική συγκίνηση, από κάθε αισθητική και ποιητική ατμόσφαιρα, που χαρακτηρίζει
την τελευταία του αυτή δημιουργία […]
» […] η μουσική αυτή δεν είνε ως επί το πολύ παρά ένα ρυθμικό μονότονο
συνονθύλευμα από ήχους όλων των ειδών των κρουστών από τύμπανα, κρόταλα,
ταμ-ταμ, γκρανκάσσες, ταμπούρλα, καμτσίκια και κουδουνάκια της τζαζ που θα
ταίριαζαν ίσως και εν μέρει αν η τραγωδία της Ηλέκτρας επαίζετο στην Αφρικανική Ζούγκλα και όχι στις αρχαϊκές
Μυκήνες. […] αν πάλι θελήσωμε να μην κρίνωμε την μουσική αυτή σαν μουσική, αλλά
σαν κάτι που δημιουργεί απλώς ατμόσφαιρα στην τραγωδία, πάλι πρέπει να
διαπιστώσωμε, πως ο θόρυβος αυτός δεν δημιουργεί καμιάν ατμόσφαιρα, καμιά
μουσική ποίηση γύρω στην εξέλιξη της τραγωδίας.
»Βέβαια, όταν κανείς κτυπά διαρκώς τα τύμπανα, τις γκρανκάσσες, τα
ταμπούρλα και τα ταμ-ταμ, θα τύχη και κάπου-κάπου να συντεριαστούνε με την
εξέλιξη της τραγωδίας. Αλλά αυτό το συνταίριασμα δεν μπορεί να κάνη καμίαν
εντύπωση όταν οι ίδιοι θόρυβοι και τα ίδια τεχνικά μέσα έχουνε χρησιμοποιηθή
κατ’ επανάληψιν και χωρίς λόγο προηγουμένως. Αυτό είνε στοιχειώδης κανών κάθε
μουσικής αισθητικής της ορχήστρας, που ασφαλώς τον ξέρουν ακόμη και οι μικροί
συνθέτες της οπερέττας που κακοαντιγράφουν τον Λέχαρ ή τον Κάλμαν, όπως ο κ.
Μητρόπουλος τους υπερμοντέρνους διεθνείς συνθέτας […].
»Ο υπερβολικός θαυμασμός του κοινού των σνόμπ, η έλλειψις αυτοκριτικής
και ο διαρκής ναρκισσισμός τον έφεραν στην τελευταία μουσική ανυπαρξία της
μουσικής της Ηλέκτρας».39
Η συσσωρευμένη πικρία του Μ.Κ. για τη στάση του Δ.Μ. απέναντι στο
συνθετικό του έργο και γενικότερα την ελληνική συνθετική δημιουργία στη
δεκαετία του ’30 (οπόταν ο Μητρόπουλος άρχισε τις εμφανίσεις του στα μουσικά
κέντρα της Ευρώπης) αλλά και στη δεκαετία του ’40 (στη διάρκεια δηλαδή των ετών
που ήταν αρχιμουσικός και Καλλιτεχνικός διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας της
Μιννεάπολης) εκδηλώθηκε με αφορμή τη δημοσίευση σχολίου του Θεόδωρου Συνοδινού
στην εφ. Καθημερινή. Ακολούθησε
δημοσίευση στην εφημερίδα ΄Εθνος
επιστολής του Μ.Κ., κάτω από τον τίτλο «Ο Μητρόπουλος καταγγέλλεται ως εχθρός
της Ελληνικής μουσικής»:
«Εδιάβασα το σημείωμα του κ. Θεόδωρου Συνοδινού της περασμένης
Παρασκευής στην Καθημερινή σχετικά
για το Μητρόπουλο και την αδιαφορία και αστοργία που δείχνει στην ελληνική
μουσική ιδέα. Παρ’ όλον ότι συμφωνούσα στις γενικές γραμμές με ό,τι έγραψεν ο
κ. Συνοδινός, ομολογώ πως δεν εσκόπευα ούτε να σχολιάσω ούτε να τονίσω τα
γραφόμενά του, γιατί ο Μητρόπουλος, παρ’ όλα αυτά, μένει μια αναμφισβήτητη και
αδιαφιλονίκητη μεγάλη αξία μέσα στον κύκλο των μουσικών μας, ο κορυφαίος των
Ελλήνων το γένος, αν όχι την ψυχή, μαέστρων, αναγνωρισμένος όχι μόνον
παγκοσμίως αλλά και διεθνώς, και που τιμά πραγματικά το ελληνικό όνομα στο
εξωτερικό. Και επίστευα πως, παρ’ όλες τις πίκρες που μπορεί να νιώθουμε πολλοί
συνάδελφοί του και όσοι γενικά πονούνε για την ελληνική μουσική ψυχή, θα ήτανε
καλύτερα αν αποσιωπούσαμε τις σκιές της μουσικής του ιδιοσυστασίας.
»Δυστυχώς, το σημείωμα του κ.
Συνοδινού ακολούθησε στα Νέα
της περασμένης Δευτέρας μια ‘απάντηση’ της σεβαστής και αγαπητής μου Κας
Σπανούδη, που παρουσιάζει μια υποτροπή της υστερικής ‘Μητροπολίτιδος’, που τόσο
κακό είχε κάνει άλλοτε τόσο στη μουσική ζωή του τόπου όσο και στον ίδιο το
Μητρόπουλο.
»Και ύστερα από την ‘απάντηση’ αυτή της Κας Σπανούδη, νομίζω πως έχω
υποχρέωση, όχι μόνο σαν άτομο αλλά προπάντων σαν Πρόεδρος της ΄Ενωσης Ελλήνων
Μουσουργών, να καθορίσω την άποψη των Ελλήνων Μουσουργών σχετικά με τον κατά τα
άλλα άξιο κάθε τιμής ΄Ελληνα
μαέστρο και να ανασκευάσω μερικές ανακρίβειες της Κας Σπανούδη. […]»
Ακολουθούν απαντητικές θέσεις πάνω στις απόψεις της Σοφίας Σπανούδη και
ο Μανώλης Καλομοίρης συνεχίζει με τα εξής:
«Γενικώτερα όμως η θέσις των Ελλήνων μουσουγών μπρος στο ‘φαινόμενο’
Μητρόπουλος θα μπορούσε να συνοψισθή σε λίγα λόγια:
»Οι Έλληνες μουσουργοί, αυτοί οι μικροί και ταπεινοί εργάτες της
ελληνικής μουσικής ιδέας, που στο μικρό, φτωχό μα δοξασμένο αυτό βράχο
αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για να στήσουν τον ελληνικό μουσικό ναό, που αντί
σαν τους ποντικούς ν’ αφήσουν το καράβι μόλις άρχισε να κάνη νερά και να
τραβήξουν στην ξενητιά και εκμεταλλευόμενοι την ελληνική δόξα να πλουτίσουν και
να τιμηθούν, έμειναν αντιθέτως στο προδομένο αυτό χώμα και επείνασαν και
εταλαιπωρήθηκαν κάτω από τους κατακτητές προσπαθώντας να περισώσουν ό,τι ήτανε
δυνατόν να περισωθή από τον ταπεινό μας ελληνικό μουσικό πολιτισμό, θαυμάζουν
και τιμούν το μουσικό δαιμόνιο του Μητρόπουλου.
»Όμως το θαυμάζουν και το τιμούν όπως το θαυμάζουν και το τιμούν σε
όποιον ξένο μαέστρο θα το συναντούσαν. Γιατί και το Μητρόπουλο σαν ξένο τον
βλέπουνε και τον νιώθουνε. Δεν επόνεσε ποτέ τους μόχθους και την επίπονη, μικρή
αλλά ηρωική προσπάθειά τους. Και όπως δεν τους επόνεσε Εκείνος ο Μεγάλος, έτσι
δεν μπορούνε να τον πονέσουνε και εκείνοι οι μικροί. Αδιαφορεί εκείνος για την
ελληνική μουσική, είναι υποχρεωμένοι να αδιαφορήσουν και αυτοί γι’ αυτόν. Ούτε
θέλουν ούτε ζητούν ούτε ενδιαφέρονται να εκτελέση έργα των, όσο και εκείνος ούτε
θέλει ούτε ζητεί ούτε ενδιαφέρεται να τα εκτελέση.
»Έχουν όμως την αξίωση από όσους πονούν την ελληνική μουσική ιδέα να μη
γίνωνται οι απολογηταί και υμνηταί αυτής της αδιαφορίας. Τους είναι αρκετό πως
ξένοι μεγάλοι μουσικοί διευθυνταί ορχήστρας και σολίστ επρόσεξαν την ελληνική
μουσική, από τον αείμνηστο μεγάλο Γκαμπριέλ Πιερνέ, τον Ιτούρμπι, την Μαντελέν
Γκρέη ως τον Σέρχεν, τον Όρτμαν, τον ΄Αλμπερ Βόλφ και τελευταία τον Γκαστόν
Πουλέ, τον Κις, και τόσοι άλλο επρόσεξαν, αγάπησαν και ερμήνευσαν την ελληνική
μουσική. Αυτή είναι η γνώμη των Ελλήνων μουσουργών. […]»
Το κείμενο της επιστολής του Προέδρου της «Ενώσεως» συνοδευόταν από
επιστολή-ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου με τίτλο:
«Η Ένωσις Μουσουργών δια την αστοργίαν Μητροπούλου έναντι της ελληνικής
Παραγωγής»
«Κύριε Διευθυντά, το Διοικητικόν Συμβούλιον της Ενώσεως Ελλήνων
Μουσουργών έλαβε γνώσιν των σημειωμάτων του κ. Θ. Συνοδινού εις την Καθημερινήν της 31ης Οκτωβρίου ε.έ. και της
Κας Σοφίας Σπανούδη εις τα Νέα της
3ης τρέχοντος και είναι υποχρεωμένον να εκφράση την λύπην του δια την
διαστρέβλωσιν υπο της Κας Σπανούδη ωρισμένων γεγονότων και την επιδεικνυομένην
αστοργίαν προς την ελληνικήν μουσική, την οποίαν ομολογουμένως δεν ανέμενεν από
κριτικόν η οποία τόσα δείγματα αγάπης και κατανοήσεως της ελληνικής μουσικής
έχει δώσει μέχρι σήμερον.
»Εξ άλλου, το Διοικητικόν Συμβούλιον της Ενώσεως, λαβόν γνώσιν εν
συνεδρία του σχετικού σημειώματος του Προέδρου της κ. Μανώλη Καλομοίρη, δηλοί
ότι ενστερνίζεται απολύτως τας εν αυτώ εκτιθεμένας απόψεις, αίτινες εκφράζουν
και τας επί του προκειμένου αντιλήψεις της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών».40
Το ψήφισμα υπέγραφαν ο Αντιπρόεδρος, ο Γενικός Γραμματέας και τα μέλη
του Διοικητικού Συμβουλίου της «Ενώσεως».
Ο Μητρόπουλος απάντησε στο δημοσίευμα αυτό με τηλεγράφημα συνταγμένο
στα αγγλικά :
«Μιννεάπολις 11 Νοεμβρίου 1947
»Προς την εφημερίδα Το Βήμα
»Παρακαλώ να σταματήση κάθε περιττή συζήτησις μεταξύ εκείνων που είναι
με το μέρος μου και εκείνων που είναι εναντίον μου. Ομολογώ δημόσια το έγκλημά
μου, ότι μέχρι τούδε ηδιαφόρησα δια την ελληνικήν μουσικήν παραγωγήν εις
συνθέσεις.
»Παρακαλώ τους συναδέλφους μου να πιστεύσουν ότι η αδιαφορία μου αυτή
δεν ωφείλετο ποτέ εις κακεντρέχειαν, και ότι είμαι πρόθυμος να δεχθώ κάθε τι
άξιον που εγράφη κατά τα δέκα τελευταία έτη από της αναχωρήσεώς μου από τας
Αθήνας και κατά τα οποία μου ήταν τελείως αδύνατον να γνωρίσω την παραγωγήν
του.
»Αν δεν με έχουν καταδικάσει ανεκκλήτως, τους παρακαλώ να με τιμήσουν
με την αποστολήν των έργων των, από τα οποία επιφυλάσσω εις τον εαυτόν μου το
δικαίωμα να εκλέξω εκείνα που θεωρώ εμφανίσιμα εδώ, έχων επίγνωσιν των ορέξεων
και του βαθμού μουσικής καλλιεργείας της χώρας αυτής.
»Πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι όλα όσα παίζουμε εδώ, πλην της μουσικής
της νέας αμερικανικής γενεάς προς την οποίαν έχομεν αμέσους υποχρεώσεις, είναι
παγκοσμίου αναγνωρίσεως. Επομένως δεν υπάρχει καμία δυσκολία εις την εμφάνισιν
παντός αριστουργήματος, αναγνωρισθέντος ήδη εις την Ευρώπην ή οπουδήποτε αλλού.
»Το ποσόν των αγνώστων συνθέσεων είναι αναγκαστικώς περιορισμένον,
είμαι όμως πρόθυμος να ζητήσω συγγνώμην, όπως είχα πάντοτε την πρόθεσιν να
κάμω, δια την φαινομενικήν αδιαφορίαν δια την οποίαν κατηγορούμαι.
»Με όλην την ταπεινοφροσύνην, ζητώ συγγνώμην από όλους τους συναδέλφους
μου τους οποίους έθιξα χωρίς να το θέλω. Τους παρακαλώ λοιπόν να εργασθούν και
να μου στείλουν ό,τι θέλουν. Δια τα υπόλοιπα, είμαι υπεύθυνος.
»Με πολλάς ευχαριστίας και τους θερμότερους χαιρετισμούς μου, Δημήτρης
Μητρόπουλος».41
Το 1955 ο Δημήτρης Μητρόπουλος, στην κορυφή πλέον της σταδιοδρομίας
τους, επισκέπτεται την Αθήνα και δίνει τρεις συναυλίες επικεφαλής της
Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης. Ο ξενιτεμένος συνάδελφος έρχεται ύστερα από τόσα
χρόνια στην πατρίδα, με το φωτοστέφανο «του πρώτου Έλληνα μουσικού που αποτελεί
μια αδιαφιλονίκητη διεθνή δόξα όλου του πολιτισμένου κόσμου» (Καλομοίρης),
χωρίς να έχει κάνει σχεδόν το παραμικρό για την προβολή της ελληνικής μουσικής
έξω από την Ελλάδα, για την υπηρέτηση της Ελληνικής Μουσικής Ιδέας. Ο
Καλομοίρης, πρωτεργάτης και υπηρέτης της ιδέας αυτής, αισθάνεται την ευθύνη και
την ανάγκη να τοποθετηθεί, αφού παλιότερα είχε καταγγείλει τον Μητρόπουλο (ως
Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών και από μέρους των συναδέλφων του) ως
«εχθρό της Ελληνικής Μουσικής», και κάνοντας του κατάλληλους ελιγμούς, πέρασε
μέσα από τις Συμπληγάδες:
«Στα 1924, όταν ο Μητρόπουλος γύρισε από την Γερμανία και επρόκειτο να
διευθύνη για πρώτη φορά μπρος στο αθηναϊκό Κοινό την πάλαι ποτέ ορχήστρα του
Ελληνικού Ωδείου έγραψα στον ‘Ελεύθερο Τύπο’ για το νέο τότε Μητρόπουλο μεταξύ
άλλων, ‘ουκ εγώ ειμί το φως αλλά ο οπίσω μου ερχόμενος’. Την εποχή εκείνη
εθεωρήθησαν τα λόγια μου αυτά σαν ένα σχήμα λόγου επιτηδευμένης μετριοφροσύνης.
Σήμερα που τα αναπολώ και τα σκέπτομαι τα βρίσκω σαν υπερβολικά εγωϊστικά για
το άτομό μου. Γιατί ο δρόμος ο καλλιτεχνικός που ο Έλλην μαέστρος ετράβηξε, τον
έβγαλε ως τις ψηλότερες κορφές, ως τις απάτητες κορφές της θείας Τέχνης κι’ από
κει επάνω στέκεται ήρωας και νικητής τόσον απόμακρα από εμάς τους κοινούς
θνητούς που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε λιθαράκι προς λιθαράκι ένα μικρό και
ταπεινό ναό της Τέχνης της ελληνικής, ώστε να μη χωράη καμμιά σύγκρισις, καμμιά
προφητεία για την τρισένδοξη σταδιοδρομία ενός τέτοιου αριστοτέχνη των ήχων και
των ρυθμών παρά μόνο ο θαυμασμός και η αγάπη μας για την ευτυχία που μας
χαρίζει με το μουσικό του δαιμόνιο.
»Βέβαια, όταν εγώ ωραματιζόμουν το νέο τότε Μητρόπουλο σαν τον Μεσσία
της μουσικής μας, τον ωραματιζόμουν σαν τον Μεσσία και τον Ήρωα τα ελληνικής
Μούσας, εκείνον που θα έδινε φτερά στα όνειρα και τις ελπίδες μας για την
ολοκλήρωσι της ελληνικής δημιουργίας και της εθνικής μουσικής του γένους των
Ελλήνων. Όμως ο Μητρόπουλος επροτίμησε και ετράβηξεν άλλο δρόμο και από εθνικός
ήρωας της δημιουργικής μουσικής ανέβηκε σε καλλιτεχνικά ύψη που δεν τολμούσαμε
ως τώρα να ενατενίσωμε εδώ στην Ελλάδα και αναδείχθηκε παγκόσμιος ήρωας της
αναδημιουργικής τέχνης των ήχων και των ρυθμών».42
Από τη μια, ενώ ο Καλομοίρης πίστευε πως για να περάσει ένας συνθέτης
τα σύνορα της πατρίδας του, ήταν απαραίτητο προηγουμένως να αναγνωρισθεί και να
καθιερωθεί στον τόπο του, εντούτοις –προτού ακόμη να έχει ο ίδιος αναδειχθεί
και εδραιωθεί στη συνείδηση του ελληνικού κοινού ως ο αντιπροσωπευτικός, ο
κοινής αποδοχής ΄Ελληνας συνθέτης- είχε εγκαλέσει τον Μητρόπουλο επειδή δεν
είχε αναλάβει τον ρόλο του Μεσσία της ελληνικής μουσικής έξω από τα σύνορα της
Ελλάδας. Δεν είναι αντιφατικό;
Από την άλλη, ο Μητρόπουλος, καθώς γράφτηκε πιο πάνω, είχε αποδεχθεί
την κατηγορία του Καλομοίρη και των λοιπών συναδέλφων του, ομολογώντας ότι είχε
αδιαφορήσει για την ελληνική μουσική παραγωγή, ζητούσε από τους Έλληνες
συνθέτες να τον τιμήσουν με την αποστολήν των έργων τους, όμως, για την
παρουσίασή τους θεωρούσε απαραίτητο να έχουν αναγνωρισθεί ήδη στην Ευρώπη ή
οπουδήποτε αλλού. Με άλλα λόγια, ο Έλληνας μαέστρος έθετε ως προϋπόθεση για την
παρουσίαση των ελληνικών έργων στο εξωτερικό «την… έξωθεν καλή μαρτυρία». Δεν
είναι αντιφατικό; Ποιος θα προσκόμιζε τη μαρτυρία αυτή; Πώς θα αποκτούσε ένα
ελληνικό έργο το εύσημο του «αριστουργήματος, [του] αναγνωρισθέντος εις την
Ευρώπην ή οπουδήποτε αλλού» αν δεν παρουσιαζόταν και δεν δοκιμαζόταν στο διεθνή
στίβο;
Οι αντιφάσεις, τόσο αυτή του Μητρόπουλου όσο και εκείνη του Καλομοίρη, αναιρούνται
από τους ίδιους που, ύστερα από την πείρα μιας μακράς πορείας και πολλών
αγώνων, έχουν κατασταλάξει για τα αίτια στα οποία οφείλεται η κακοδαιμονία της
ελληνικής μουσικής. Ο Μητρόπουλος, με υπαινικτικό λόγο, σχεδόν απολογητικό, με
την επιφυλακτικότητα του
ξενιτεμένου Έλληνα που (εν πάση περιπτώσει) δεν έχει το δικαίωμα να ασκεί
κριτική για τις συνθήκες που επικρατούν στον τόπο του αφού δεν αγωνίστηκε
(ανεξάρτητα από το αν δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε) για να βελτιώσει, γράφει στη
φίλη του Καίτη Κατσογιάννη: «Στην περίπτωση Έλληνα μουσουργού, γίνεται
αναπόφευκτα η σύγκριση ανάμεσα σε μένα και οποιονδήποτε καλλιτέχνη εγώ
παρουσιάσω. Οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφός μου θα μπορούσε να το κάνει με
λιγώτερο κίνδυνο».43 Γιατί; Διότι για να γίνει δεκτό ένα πολιτιστικό
αγαθό στη διεθνή αγορά, πρέπει προηγουμένως η χώρα προέλευσής του να έχει
αναγνωρισθεί ως ισότιμο μέλος της διεθνούς κοινότητας των πολιτιστικά
προηγμένων χωρών, διαφορετικά –και ανεξάρτητα από την ποιότητά του-
αντιμετωπίζεται με αρνητική προκατάληψη και καχυποψία. Στην περίπτωση του
Μητρόπουλου τέτοια προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και επομένως οι οποιεσδήποτε αυτού
του είδους απόπειρές του είχαν πάντα θεωρηθεί από τους κριτικούς, από τους
οργανωτές των μουσικών εκδηλώσεων και γενικά από εκείνους που επηρεάζουν και
διαμορφώνουν την διεθνή μουσική ζωή ως πράξεις χαριστικές προς τους
συμπατριώτες του.
Ο Καλομοίρης, ριζωμένος μετά την οριστική του εγκατάσταση στον τόπο
του, πρωτεργάτης της Ελληνικής μουσικής Ιδέας, έχει συνειδητοποιήσει επίσης πως
η έλλειψη θεσμών, ικανών να δώσουν στην ελληνική μουσική τη θέση που της
αξίζει, είναι η κύρια αιτία της κακοδαιμονίας. Το κριτικό του σημείωμα, με
αφορμή την πρώτη από τις προαναφερόμενες συναυλίες του Δ.Μ. έχει ξεχωριστή
βαρύτητα:
«Αν ο τόπος μας είχε στοιχειώδη αντίληψη για τη σημασία της μουσικής
σ’όλο τον Κόσμο πολύ πριν χαρίση με τόσον ελαφράν καρδίαν τον Μητρόπουλο στην
Αμερική, θα είχε προσπαθήσει να κρατήση με κάθε θυσία τον Μητρόπουλο στην
Ελλάδα, σχηματίζοντας με οιαδήποτε δαπάνη μιαν ορχήστρα αντάξιά του,
μετακαλώντας οποιουσδήποτε ξένους εκτελεστάς θα του εχρειάζοντο από το
εξωτερικό για να βελτιωθή η απόδοσις της ορχήστρας και παρέχοντας όρους
επιβιώσεως στους εντοπίους μουσικούς τέτοιους ώστε να μπορούνε να αφοσιωθούνε
αποκλειστικά στο έργο και την αποστολή τους.
»Έτσι η Αθήνα θα εξελίσσετο σ’ ένα πραγματικό μουσικό κέντρο με διεθνή
ακτινοβολία και οι περιοδείες της ελληνικής αυτής ορχήστρας με το μεγάλο Έλληνα
μαέστρο επί κεφαλής στο εξωτερικό θα απέφεραν ηθικώς στην Ελλάδα απείρως
περισσότερα από ό,τι […] οι πολυάριθμες αποστολές από υπουργούς και πρεσβευτάς
στα διάφορα συνέδρια.
»Και όταν σήμερα το 50% περίπου των μελών της Φιλαρμονικής της Νέας
Υόρκης αποτελείται από μουσικούς που δεν εγεννήθηκαν στην Αμερική, δεν βλέπω
γιατί θα έβλαπτε αν είχε γίνει κάτι ανάλογο εν ανάγκη και στον τόπο μας αφού
είχαμε ανάμεσά μας τον μεγάλο εμπνευστή και οδηγό. Αλλά αν μπορούσανε να
νοιώσουνε οι ‘ιθύνοντες’ οιασδήποτε εποχής και καταστάσεως κάτι τέτοια, η Τέχνη
στον τόπο μας θα βρισκότανε σε εντελώς άλλο επίπεδο».44
Να λοιπόν, που η συναυλία του Μητρόπουλου έδινε στον Καλομοίρη την
ευκαρία να θίξει στο κριτικό του σημείωμα και θέματα πολιτιστικής πολιτικής και
να αναπτύξει απόψεις που έως σήμερα ακόμη δεν έχουν χάσει την επικαιρότητα και
τη σημασία τους.
Όπως και να’ χει το πράγμα, η παλιά διένεξη ανάμεσα στον Μητρόπουλο και
τον Καλομοίρη (θύματα και οι δύο των εκάστοτε «ιθυνόντων») φαίνεται να έχει
λήξει και δεν απέμενε παρά η φιλική χειρονομία ανάμεσα στους δύο πρώην
«αντιπάλους». Το 1959 (είχε μεσολαβήσει και η δεύτερη επίσκεψη του Μητρόπουλου
στην Αθήνα και οι συναυλίες του στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών
επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης στις 2, 3, 5 και 6 Σεπτεμβρίου 1958), ο
Δημήτρης Μητρόπουλος αναγορεύεται επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ύστερα
από πρόταση του Ακαδημαϊκού Μανώλη Καλομοίρη. Το γεγονός ανήγγειλε ο ίδιος ο
συνθέτης στον μαέστρο με επιστολή του:45
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
Αθήναι τη 23η Σεπτεμβρίου 1959
Αγαπητέ μου Δημητράκη,
Θεωρώ σαν μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου που
αξιώθηκα κατά τη διάρκεια της Ακαδημαϊκής μου θητείας να σου απονεμιθή η
υπέρτατη τιμητική αναγνώρισις της Ακαδημίας μας, να εκλεγής και ανακηρυχθής επίτιμον
μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Εκτός από σένα μόνο ο Καθηγητής κ. Παπανικολάου στη Νέα Υόρκη έχει τύχει αυτής
της τιμής.
Χαίρομαι διπλά που η ακαδημία μας μου έκανε την τιμή να με επιφορτίση ώστε να φθάσουν ασφαλώς στα χέρια σου το δίπλωμα της Ακαδημίας, το Παράσημο και η Επιστολή του Προέδρου. Λυπούμαι που η υγεία και η ηλικία μου δεν μου επιτρέπουν εύκολες μετακινήσεις, αλλοιώς θα είχα την ευτυχία να σου τα επιδώσω ο ίδιος στη Βιέννη. Tώρα περιορίζομαι δυστυχώς να τα εμπιστευθώ στο νέο μουσικό κ. Δ. Χαλκιόπουλο που θα στα παραδώση.
Θέλω όμως να σε βεβαιώσω ακόμη μια φορά για τον απέραντο θαυμασμό και την αγάπη μου που
αρκείται να παρακολουθή από μακρυά
την χιλιοστεφανωμένη καλλιτεχνική σου πορεία στο στερέωμα της μεγάλης αληθινής και ακατάλυτης τέχνης και θέλω να σου ευχηθώ μέσα από
τη γέρικη καρδιά μου ευτυχία και
πριν απ’ όλα υγείαν και μακροημέρευσιν.
Σου σφίγγω φιλικά το χέρι
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ
Και η απάντηση του Μητρόπουλου στον Καλομοίρη:46
AMBASSADE ROYALE DE GRECE
A VIENNE
Αγαπητέ φίλε και συνάδελφε,
Πολύ συγκινήθηκα με το γράμμα
σου, που μου θύμισε παλαιά
χρόνια ευτυχισμένα, όταν και οι δυό μας είμεθα νεώτεροι και συνεργαζόμασταν. Φυσικά η τιμή που μου
έκαμε η Ακαδημία είναι πολύ μεγάλο πράγμα δια μένα, αλλά εκείνο που με συγκινεί
το περισσότερον είναι ότι ξέρω ότι
εσύ ήσουν υπεύθυνος δι’ αυτήν την τιμητική διάκρισι.
Δεν έχω λόγια γι’ αυτό να σε ευχαριστήσω και σε παρακαλώ επίσης να μεταβιβάσης τας ευχαριστίας
μου εις τα άλλα μέλη της Ακαδημίας.
Με πολλά φιλικά και ευγνώμονα αισθήματα
Δημήτρης Μητρόπουλος
κ. Μανώλην Καλομοίρην
Ακαδημίαν Αθηνών.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μανώλης Καλομοίρης, Η ζωή και το έργο μου (Αθήνα, 1988), σσ. 141-152 στο ίδιο, «Φωτογραφίες», χ.σ.: φωτ.αρ.15, το εξώφυλλο του προγράμματος της συναυλίας.
2. Απόστολος Κώστιος, Δ. Μητρόπουλος, (Αθήνα, 1985), σ. 24. Τα βιογραφικά στοιχεία που αφορούν τον Μητρόπουλο και που αναφέρονται στη συνέχεια προέρχονται από την ίδια πηγή.
3. Αλέκα Συμεωνίδου, «Καλομοίρης, Μανώλης», στο: Λεξικό Ελλήνων Συνθετών, (Αθήνα, 1995), σ. 165.
4. Μανώλη Καλομοίρη, «Προσφώνηση στη σποδό του Μητρόπουλου», στο: Δελτίον Σχολικού Έτους 1961-1962, (Αθήνα, χ.χ.) σ. 22.
5. Από τη μαρτυρία αυτή του Καλομοίρη πληροφορείται κανείς εμμέσως ότι ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης, δάσκαλος την εποχή εκείνη –όπως προαναφέρθηκε- του Μητρόπουλου», υπήρξε μαθητής του Καλομοίρη, στοιχείο άγνωστο της βιογραφίας του Οικονομίδη: βλ. Γιώργος Λεωτσάκος, «Φιλοκτήτης Οικονομίδης», στο: Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ.7 (Αθήνα, 1987), σ. 424.
6. Θα πρόκειται για τη σύνθεση του Δ.Μ. Ο Θάνατος του Ναύτη, αχρονολόγητη, η μόνη που τυπώθηκε πριν από το 1919 (χρονολογία έκδοσης του έργου του Κασσιανή), τυπώθηκε στον ιταλικό εκδοτικό οίκο Laboratorio Grafico Musicale- Carlo Carocci, που είχε έδρα του τη Ρώμη, πόλη στην οποία είχε προηγηθεί επίσκεψη του Δ.Μ. το καλοκαίρι του 1912, χάρη σε πρόσκληση του μεθύστερου δασκάλου του στα Θεωρητικά Αρμάν Μαρσίκ, (Armand Marsick, 1877-1959), βλ. και Απόστολου Κώστιου, Δημήτρης Μητρόπουλος –Κατάλογος έργων, (Αθήνα, 1997), σ. 103.
7. Εφ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 28 Σεπτ. 1924.
8. Γιώργου Λεωτσάκου, «Μανώλης Καλομοίρης», στο: Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, σ. 232.
9. Ολοκληρωμένη αποτίμηση της σχέσης Φερούτσιο Μπουζόνι (Ferrucio Busoni, 1866-1924) – Mητρόπουλου επιχειρεί ο συγγραφέας στο βιβλίο του (ετοιμάζεται η έκδοσή του) Κείμενα Δημήτρη Μητρόπουλου – Επιλογή και σχόλια.
10. Μ. Λαμπρινίδης, «Μιλάει ο Βάρβογλης», εφ. Απογευματινή, Αθήνα, 3.11.1960. Την μαρτυρία του ο Βάρβογλης συνέχιζε ως εξής: «Στη μνήμη του μεγάλου Δημήτρη Μητρόπουλου αφιερώνω το έργο μου Δάφνες και Κυπαρίσσια. Το είχα σκεφθεί να του το αφιερώσω ενόσω βρισκόταν στην ζωή. Δεν πρόφθασα. Το αφιερώνω τώρα». Στην έκδοση του έργου που πραγματοποιήθηκε το 1963 από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αρ. 3, δεν υπάρχει η αφιέρωση.
11. Δελτίον πεπραγμένων, (Αθήνα, 1924-25), χ.σ.
12. Βλ.σχετικά: Μ. Καλομοίρης (Εκδ.), Από την Ιστορία της Ελληνικής μουσικής, Αθήνα, 1919, επίσης: Γ. Δροσίνης, Ο Γεώργιος Νάζος και το Ωδείον Αθηνών, Αθήνα, 1938.
13. Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 21.8.1926.
14. «Διατελέσαντες μέλη του διδακτικού προσωπικού», στο: Ωδείον Αθηνών – Εκατονταετηρίς 1871-1971, σ. 52.
15. Ο Καλομοίρης, με την οικονομική στήριξη της τότε κυβέρνησης, είχε οργανώσει και πραγματοποιήσει στο Παρίσι (Ορχήστρα Colonne, 3 Απρ. / Musique Vivante, 23 και 30 Απρ. / Salle Pleyel, 24 Απρ. / Concerts Colanne, 15 Μαϊου 1926) με τη συμμετοχή Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως οι: Φρειδερίκος Βολωνίνης και Σκατζουράκης (βιολί), Μαρίκα Φωκά-Καλφοπούλου (τραγούδι), Νίνα Γκρινιάτσου (πιάνο), Κουρούκλη (τσέλο), τα ορχηστρικά έργα διηύθυνε ο Gabriel Pierne (Πιερνέ, 1863-1937). Παρουσιάστηκαν έργα των συνθετών Καλομοίρη (Ραψωδία για πιάνο, ενορχ. Πιερνέ / Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, για φωνή και ορχήστρα / Ο Πραματευτής, Συμφωνικό ποίημα για φωνή και ορχήστρα / Τρίο / «IV.Στο Πανηγύρι», από το Κουϊντέτο με τραγούδι / τραγούδια για φωνή και πιάνο), Γιώργου Πονηρίδη (Χιώτικο καράβι, για φωνή και ορχήστρα), Πέτρου Πετρίδη (Κλέφτικοι Χοροί, για ορχήστρα). Επίσης: τραγούδια (;) των συνθετών Αιμίλιου Ριάδη, Διονύση Λαυράγκα, Δημητρίου Λεβίδη, Γιώργου Πονηρίδη, Πέτρου Πετρίδη: βλ. εφ. Ελεύθερος Τύπος (28.5.1926), Πολιτεία (30.5 και 1.6.1926), Νέα Ημέρα (11.6.1926), ΄Εθνος 11.6.1926 (περιλαμβάνει μεταφρασμένα αποσπάσματα από τα μουσικοκριτικά σημειώματα των παρισινών εφημερίδων). Το άρθρο της 30ής Μαϊου της Πολιτείας υπογράφει ο Σταύρος Προκοπίου, ο οποίος καταγγέλλει τον Καλομοίρη ότι δεν περιέλαβε στα προγράμματα έργα των Μητρόπουλου, Μάριου Βάρβογλη και Γεωργίου Σκλάβου, καταγγελία που –εάν αληθεύει- φυσικό ήταν να δημιουργήσει κάποιες πικρίες στους παραγκωνισθέντες.
16. Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 22.8.1926.
17. Συναυλία με έργα αποκλειστικά Ελλήνων συνθετών, δόθηκε στις 27.2.1927
18. Εννοεί το έργο Paciffic 231 του Arthur Honegger (1892-1955).
19. Eφ. Ελεύθερον Βήμα, 26.8.1926.
20. Εφ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, 28 Σεπ 1924
21. Δελτίο πεπραγμένων, 1924-25, χ.σ.: στο Αρχείο του Ε.Ω.
22. Μάριος Βάρβογλης, «Η Συμφωνία της Λεβεντιάς», εφ. Ελεύθερος Λόγος, Αθήνα, 1.2.1925.
23. Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 27.8.1926.
24. Εφ. Ελεύθερον Βήμα, 28.8.1926.
25. Μουσείο Μπενάκη –Τμήμα Ιστορικών Αρχείων και Χειρογράφων: Αρχείο Ελ.Βενιζέλου