This page contains Greek.

 

Tα Mαγιοβότανα και η Εποχή τους.

 

Των Φίλιππου Τσαλαχούρη και Νίκου Μαλιάρα

 

Τα «Μαγιοβότανα» είναι ο πρώτος κύκλος ποιημάτων του Κωστή Παλαμά που μελοποίησε ο Μανώλης Καλομοίρης. Το ποιητικό κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής «Ίαμβοι κι Ανάπαιστοι», που εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1897 και έγινε γνωστή στον Καλομοίρη το αργότερο το 1905. Ο Καλομοίρης θα μελοποιήσει λίγα χρόνια μετά τα «Μαγιοβότανα» (από το 1918 έως το 1925) και το πρώτο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο «Σ΄αγαπώ», ενώ τα υπόλοιπα δύο μέρη, «Η φύσις κρύβει…» και «Ουρανία» θα μείνουν χωρίς μουσική επεξεργασία. Ο συνθέτης είχε μελοποιήσει πριν από τα «Μαγιοβότανα» μόνο μερικά άλλα μεμονωμένα ποιήματα του Παλαμά, τα περισσότερα από τα οποία τα ξαναδούλεψε τη χρονιά του θανάτου του Ποιητή, στη σκοτεινότερη περίοδο της γερμανικής Κατοχής το 1943 ή το 1944. Στα δύο αυτά χρόνια μεταφέρθηκαν σε μουσική και άλλα έργα του Ποιητή, όπως αποσπάσματα από τα «Δεκατετράστιχα», τους «Πεντασύλλαβους», τα «Τετράστιχα» και ορισμένα ποιήματα από την «Πολιτεία και Μοναξιά».

 

Η προτίμηση του Καλομοίρη στο δημιουργό του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» σ΄ολόκληρη σχεδόν τη διάρκεια της συνθετικής παραγωγής του δείχνει τον αμέριστο θαυμασμό του προς τη μεγάλη αυτή πνευματική μορφή του νεώτερου Ελληνισμού. Ο Συνθέτης όμως έβλεπε στο πρόσωπο του Παλαμά όχι μόνο το μεγάλο Ποιητή, εκφραστή των αγώνων και των ιδανικών του ΄Εθνους, αλλά και τον πρωτοπόρο κι ακατάβλητο μαχητή του Δημοτικισμού, στις τάξεις του οποίου αγωνιζόταν εκείνα τα δύσκολα χρόνια κι ο ίδιος ο Καλομοίρης. Γράφει ο Ποιητής σ΄ένα σημείωμα του 1925, με αφορμή την παρουσίαση στο αθηναϊκό κοινό του Πρώτου Μέρους των «Ίαμβων και Ανάπαιστων» από τον Καλομοίρη.

 

«Το να αισθανθή ο Καλομοίρης την ανάγκη μιας  μελοποιίας συστηματικής επάνω σε στίχους μου, το πράγμα είναι και για την ιστορίαν ακόμη της νεοελληνικής λογοτεχνίας αρκετά σημαντικό. Ο Καλομοίρης Δε σημειώνει σταθμό για τη μουσική μονάχα τέχνη προς δρόμους στερεώτερα χαραγμένους, ανοιχτούς προς υψηλότερα ιδανικά της τέχνης. Η εμφάνισή του είναι μαζί κεφάλαιο από τα ζηλευτότερα της ιστορίας του Δημοτικισμού».

 

Τα περισσότερα μέρη του έργου, που είναι γραμμένο για φωνή και ορχήστρα, συντέθηκαν στην Αθήνα κατά την «επική διετία» της νεώτερης ελληνικής ιστορίας 1912-1913. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα τμήματα που ανάγονται σε παλιότερη εποχή, όταν ο συνθέτης δεν είχε ακόμη εγκατασταθεί στην Ελληνική πρωτεύουσα. Το πρελούδιο πήρε εξάλλου την τελική μορφή του μόλις το 1914, έτος που πρέπει επομένως να καταγραφεί και ως χρονολογία ολοκλήρωσης του έργου.

 

Το έργο αποτελείται από ένα σύντομο Πρελούδιο και οκτώ Τραγούδια, που έχουν την αρίθμηση 1-8. Στον Κατάλογο των έργων του Καλομοίρη που εκπονήθηκε από τον Φοίβο Ανωγειανάκη (Αθήνα 1964, σελ.16), το Πρελούδιο αριθμείται, μαζί με το πρώτο Τραγούδι, σαν Νο1, αρίθμηση που δεν ακολουθείται στην αγγλική μετάφραση του Καταλόγου από την M.Voelker-Kamarinea  (Αθήνα 1985, σελ.13).

 

Οι τίτλοι των μερών του έργου και οι ημερομηνίες που καθένα απ΄αυτά ολοκληρώθηκε, είναι οι εξής :

- «Πρελούδιο», γραφή για πιάνο 1913, γραφή για ορχήστρα 1914.

1. «Μια Νεράιδα μ΄εγέννησε», 1912.

2.  «Η Γριά Ζωή», 1908, δουλεμένο και τελειωμένο στο Χάρκοβο της Ρωσίας.

3. «Στέκει το Βασιλόπουλο», Οκτώβρης του 1912.

4. «Η Μαύρη Λάμια», 20 Νοεμβρίου 1912. Το τραγούδι αυτό έχει δουλευτεί

από  το 1905 και φαίνεται πως είναι το πρώτο ποίημα του Παλαμά με το οποίο καταπιάστηκε ο Καλομοίρης, όταν ακόμη ζούσε στη Σμύρνη. Όπως ο ίδιος γράφει, του το διάβασε στην Κωνσταντινούπολη η αγαπημένη του δασκάλα πιάνου Σοφία Σπανούδη «… και μαθητής ακόμα της αρμονίας βάλθηκα να συνταιριάξω τη μουσική μου με τους στίχους». Το Τραγούδι αυτό επεξεργάστηκε ο Συνθέτης και στη Βιέννη, κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκεί.

5. «Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος», 1912.

6. « Από ξένα βασίλεια», 1912.

7. «Σπέρμα της Χάμκως», 1912.

8. «Ο Διγενής Ακρίτας», 1912. Για το Τραγούδι αυτό υπάρχει και μια μεταγενέστερη συμφωνική γραφή χωρίς χρονολογία, που δουλεύτηκε πιθανότητα μετά το 1930.

 

Ο κύκλος Τραγουδιών «Μαγιοβότανα», παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ολοκληρωμένη του μορφή στην Αίθουσα του Ωδείου Αθηνών στις 12 Μαρτίου 1915 με σολίστα την Ειρήνη Σκέπερς και διευθυντή ορχήστρας τον Μανώλη Καλομοίρη. Περίπου ένα χρόνο πιο πριν, στις 18 Απριλίου 1914, το έργο είχε παρουσιαστεί στη μορφή για φωνή και πιάνο στην ίδια αίθουσα και με την ίδια σολίστα. Στο πιάνο καθόταν ο συνθέτης.

Η πλήρης μορφή του Κύκλου είναι για μία φωνή και συμφωνική ορχήστρα, που αποτελείται από 2 φλάουτα, 2 όμποε (το δεύτερο εναλλάσσεται με αγγλικό κόρνο), 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 4 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, 1 τούμπα, τύμπανα, 2 άρπες και έγχορδα.

 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

 

Η ολοκληρωμένη δεμένη παρτιτούρα του έργου σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο. Από το χέρι του Καλομοίρη είναι γραμμένο μόνο το Πρελούδιο, ενώ τα Τραγούδια είναι γραμμένα από αντιγραφέα, χωρίς ημερομηνία. Στο χειρόγραφο υπάρχουν σημειώσεις από διάφορες εκτελέσεις καθώς και μικροδιορθώσεις του συνθέτη.Σώζεται επίσης και μια πολυγραφημένη παρτιτούρα του Πρελούδιου και των τριών πρώτων Τραγουδιών, από τα οποία τα δύο («Η Γριά Ζωή» και το «Βασιλόπουλο») είναι γραμμένα από το χέρι του Καλομοίρη. Η παρτιτούρα αυτή πολυγραφήθηκε πιθανώς περί το 1930. Ορισμένες ιδιαιτερότητες της πολυγραφημένης παρτιτούρας δείχνουν ότι αυτή έχει αντιγραφεί απευθείας από το προαναφερθέν χειρόγραφο του αντιγραφέα, πράγμα που σημαίνει πως κατά το χρόνο της πολυγράφησης τα αυτόγραφα του Καλομοίρη ήταν ήδη χαμένα.  Σώζονται ακόμα τα εξής αυτόγραφα του Καλομοίρη :

 

Παρτιτούρα της «Χάμκως» με ημερομηνία 14 Ιουνίου 1912, που πρέπει να θεωρηθεί ως σχεδίασμα.

 

·             Παρτιτούρα της δεύτερης γραφής του «Διγενή», που περιέχει και διορθώσεις του συνθέτη με κόκκινη μελάνη. Χρονολογείται πιθανότητα στη δεκαετία του 1930.

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

 

Το Έργο στην κανονική του μορφή, δηλαδή σε παρτιτούρα ορχήστρας, παραμένει ακόμη ανέκδοτο. ΄Έχουν γίνει τρεις εκδόσεις της μεταγραφής για φωνή και πιάνο, που έχει εκπονηθεί από τον ίδιο τον συνθέτη, χωρίς όμως να είναι δυνατό να προσδιοριστεί σήμερα με ακρίβεια αν γράφτηκε πριν, ταυτόχρονα ή αμέσως μετά από την οριστική συμφωνική μορφή. Οι εκδόσεις είναι οι εξής :

1. Αθήνα 1914, από τον Εκδ.Οίκο «Μουσική».

2. Παρίσι 1927, από τον Οίκο Maurice Senart.

3. Αθήνα 1991 από τον Σύλλογο Μανώλης Καλομοίρης.

 

Υπάρχει επίσης μια έκδοση της μεταγραφής για φωνή και πιάνο του «Πρελούδιου» και των Τραγουδιών «Μια  νεράιδα μ΄εγέννησε» και «Η Γριά Ζωή» από τον Μουσ.Οίκο Γαϊτάνου, χωρίς χρονολογία.

 

HOME

 

Κωστή Παλαμά

ΜΑΓΙΟΒΟΤΑΝΑ

Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, μέρος β

 

 

Στέκει το Βασιλόπουλο

Στέκει το Βασιλόπουλο

με το σπαθί στη βίγλα,

για να πιάση την άγνωστη,

την καταλύτρα Στρίγγλα.

 

Στων άστρων το τρεμόφεγγο

την ξανοίγει είν’ εκείνη!

Σπλάχνα κρατάει παιδιάτικα,

και το αίμα τους πίνει.

 

Ωιμέ! κ’ η Στρίγγλα η φόνισσα

ήταν η σαστικιά του,

η αγνή, η καλή, η πεντάμορφη.

Και σωριάζεται κάτου.

 

 

Μαύρη Λάμια

Η μαύρη Λάμια που έκλεισε

στην καρδιά της τον Άδη,

να κατέβω με πρόσταξε

μέσ’ στο ξερό πηγάδι,

 

νάβρω το δαχτυλίδι της

που μέσα εκεί έχει πέσει

μ’ ένα διαμάντι λιόκαλο

καρφωμένο στη μέση.

 

Ψάχνω, δε βρίσκω τίποτε...

Ω νύχτα, ω τέρας πλάνο!

Στα πόδια μου μιαν άβυσσο,

και μια Λάμια αποπάνω.

 

 

Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος

Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος

με το σπαθί στο χέρι

το Θάνατο στην άπιστην

Ελένη να προσφέρη.

Αλλ’ εκείνη ολογάληνη

με τ’ ανθισμένο χέρι

το αντίχολο κι αντίλυτο

βοτάνι του προσφέρει.

 

Και το πίνει ο Μενέλαος,

και του πέφτει απ’ το χέρι

το σπαθί, κ’ ένα φίλημα

στην Ελένη προσφέρει.

 

 

Από ξένα βασίλεια

Από ξένα βασίλεια

κι από το Μεσαίωνα

ήρθεν εδώ ο Ιμπέριος

κ’ ήρθεν η Μαργαρώνα.

 

Ο ιππότης ο ανυπόταχτος

κ’ η ωραία η πριγκηπέσσα

μου χτύπησαν την πόρτα μου

και τους έμπασα μέσα.

 

Και να λένε τους έμαθα

- λόγια πύρινα πόσα! –

­της αγάπης τα βάσανα

στη δική μου τη γλώσσα!

 

 

Σπέρμα της Χάμκως

Σπέρμα της Χάμκως, δέρνεσαι

μέσ’ στο λάγνο χαρέμι.

'Ύπνο ζητάς, όχι έρωτα,

μα κι ο ύπνος σε τρέμει.

 

Σε διβάνι χρυσόστρωτο

γέρνεις πρόσωπο χιόνι.

Αλλά το Σούλι το άπαρτο

σα βραχνάς σε πλακώνει.

 

Μόνο σκυμμένη απάνω σου

σε χαϊδεύει η ακριβή σου,

σαν πουλί που θα σάλευε

στην άκρη μιας αβύσσου.

 

 

Ο Διγενής Ακρίτας

Καβάλλα πάει ο Χάροντας

το Διγενή στον 'Αδη,

κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται

τ' ανθρώπινο κοπάδι.

 

Και τους κρατεί στου αλόγου του

δεμένους τα καπούλια,

της λεβεντιάς τον άνεμο,

της ομορφιάς την πούλια.

 

Και σα να μην τον πάτησε

στου Χάρου το ποδάρι,

ο Ακρίτας μόνο ατάραχα

κοιτάει τον καβαλλάρη!

 

- Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,

δεν περνώ με τα χρόνια.

Μ’ άγγιξες και δε μ’ ένοιωσες

στα μαρμαρένια αλώνια;

 

Είμ’ εγώ η ακατάλυτη

ψυχή των Σαλαμίνων.

Στην Εφτάλοφην έφερα

το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,

μονάχα ξαποσταίνω.

Στη ζωή ξαναφαίνομαι

και λαούς ανασταίνω! –

 

HOME