Μηνάς ο Ρέμπελος

Της Μυρτώς Οικονομίδου

Το συμφωνικό ποίημα Μηνάς ο Ρέμπελος ολοκληρώθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1940 όπως αναγράφεται στην τελευταία σελίδα της αυτόγραφης παρτιτούρας που φυλάσσεται στο σπίτι του συνθέτη στο Φάληρο. Υπάρχει ακόμη μία αυτόγραφη παρτιτούρα που αναφέρει μόνο τη χρονολογία 1940. Το έργο είναι βασισμένο πάνω στην ομώνυμη μυθιστορία του Κωστή Μπαστιά, που εκδόθηκε στις αρχές του 1939 και έγινε δεκτή από το κοινό και τους κριτικούς με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Για το βιβλίο του αυτό η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το 1940 το βραβείο Στεφάνου Μαυρογένους.

Ο Καλομοίρης σε βιβλιοκριτική του στην εφημερίδα «Η Εθνική» στις 14 Μαρτίου 1930, εκφράζεται με θαυμασμό για τον Μπαστιά και για το έργο του. Η συγκίνηση που του προκάλεσε μεταφράστηκε αυτόματα μέσα του σε μουσική. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «[…] η ψυχή μου είναι γεμάτη ακόμη από τους πολύτροπους και πολύχρωμους ήχους της μοναδικής αυτής θαλασσινής συμφωνίας, που δονήσανε την ψυχή μου με όλη την ορμή και όλη τη μουσική των γαλανών κυμάτων του Αιγαίου».

Η πρώτη εκτέλεση του έργου έγινε στο Εθνικό Θέατρο στις 18 Οκτωβρίου 1940, μόλις δέκα ημέρες πριν από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Την συμφωνική ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών διηύθυνε  ο Λεωνίδας Ζώρας. Στο αυτόγραφό του ο Καλομοίρης αναφέρει την ημερομηνία και τους συντελεστές της πρώτης εκτέλεσης με το σχόλιο «εξαιρετική εκτέλεση ΜΚ»

Ο Μηνάς ο Ρέμπελος από τη Σύρο, άπραγο παιδί 17 χρονών, θέλοντας να πάρει εκδίκηση για την αρπαγή των αδελφών του από τον κουρσάρο Γιακουμή, μπαρκάρει σε άλλο κουρσάρικο στο οποίο τελικά γίνεται καπετάνιος με τη βοήθεια μιας αιχμαλώτου του προηγούμενου καπετάνιου, της Στυλιανής, την οποία και παντρεύεται. Με τον καιρό, γίνεται ο φόβος και ο τρόμος του Αιγαίου. Ένας Φράγκος ναύαρχος, νικημένος από το Μηνά, αρπάζει τη Στυλιανή και το παιδί της για να τους παραδώσει στο χαρέμι του Σουλτάνου. Ο Μηνάς νικά τα γαλλικά καράβια, αλλά βρίσκει το παιδί του νεκρό και τη γυναίκα να ξεψυχά. Γεμάτος οργή προς τον Θεό ξεκινά για το Άγιο Όρος για να το λεηλατήσει. Φτάνοντας όμως στο πρώτο μοναστήρι και ακούγοντας τον ηγούμενο και τους καλόγερους να προσεύχονται ξαφνικά τυφλώνεται και εμφανίζεται εμπρός του ένα όραμα με τον ηγούμενο και δίπλα του γονατιστή η γυναίκα του με το παιδί στην αγκαλιά της. Συντετριμμένος μετανοεί για τις αμαρτίες του, βρίσκει τη γαλήνη και ασκητεύει.