Του Φίλιππου Τσαλαχούρη
Ο
«Πραματευτής»
είναι το πρώτο
συμφωνικό
ποίημα του
Καλομοίρη και
το δεύτερο
μεγάλο έργο για
φωνή και
ορχήστρα μετά
τα «Μαγιοβότανα»
(1915). Ανάμεσα στα
δύο αυτά έργα
γράφτηκαν δύο
όπερες, ο «Πρωτομάστορας»
(1916) και το «Δαχτυλίδι
της Μάνας» (1917)
ενώ
ολοκληρώθηκε
την ίδια χρονιά
με τη «Συμφωνία της
Λεβεντιάς» το 1920.
Σώζονται δύο
αυτόγραφα
χειρόγραφα του
συνθέτη, κανένα
όμως δεν έχει
ημερομηνία. Την
χρονολογία
ολοκλήρωσης
του έργου την
πληροφορούμαστε
από την έκδοση
του έργου και
καταλόγους
έργων εκείνης
της εποχής όπως
επίσης και ότι
ξαναδουλεύτηκε
το 1924.
Η
πρώτη εκτέλεση
του έργου έγινε
στις 11
Φεβρουαρίου 1921
στην αίθουσα
του Ωδείου
Αθηνών σε
διασκευή για
φωνή και πιάνο,
με σολίστ την
Μαρίκα
Καλφοπούλου
και το συνθέτη
στο πιάνο.
Ο
«Πραματευτής»
είναι ένα
ορόσημο στο
συνθετικό έργο
του Καλομοίρη
διότι
εγκαινιάζει
την μεσαία
δημιουργική
περίοδο του
συνθέτη που
χαρακτηρίζεται
από τις έντονες
γαλλικές
επιδράσεις, την
εσωστρέφεια
και τον λυρισμό
καθώς επίσης
και την
αναζήτηση
δρόμων για την
εξέλιξη της
μουσικής του
γλώσσας με
κύριο φορέα την
πυκνή, συχνά
διάφωνη
αρμονία.
Αν
και είναι
οξύμωρο το
σχήμα ενός
συμφωνικού
ποιήματος με
τραγούδι,
δηλαδή με λόγια,
το έργο αυτό
δεν θα μπορούσε
να
χαρακτηριστεί
από το συνθέτη
διαφορετικά.
διότι ξεπερνά
τα όρια του
συμφωνικού
τραγουδιού ενώ
τόσο η ανάπτυξη
των
συνοδευτικών
μερών με
ορχήστρας
όσο και η
καθαρά
συμφωνικές
σελίδες που
περιγράφουν
καταστάσεις,
ατμόσφαιρες
και συνδετικά
δραματικά
στοιχεία, μόνο
στα πλαίσια
ενός
συμφωνικού
ποιήματος
βρίσκουν
πραγματικό
αντίκρισμα.
Η
επεξεργασία
του ποιήματος
από τον
Καλομοίρη
είναι μοναδική.
Αποδεικνύει
την μεγάλη του
τέχνη στην
μουσική
ανάγνωση του
ποιητικού
κειμένου, ενώ
ταυτόχρονα
δίνει με την
χρήση της
ορχήστρας ένα
εξαίρετο
δείγμα
συμφωνικής
γραφής που τον
αναδεικνύει
πρωτοπόρο.
Σπάνια θα
συναντήσει
κανείς τόσο
ευφάνταστες
μουσικές
συμφωνικές
εικόνες στη
συνοδεία ενός
τραγουδιού
στην παγκόσμια
μουσική
φιλολογία.
Ο
ήρωας του
ποιήματος του
Γρυπάρη, ο νέος
κι όμορφος
πραματευτής,
στο πέρασμά του
αναστατώνει
τις γυναίκες
του χωριού. Η
ποιο όμορφη, η
χήρα, ζητά την
ολόχρυση ζώνη
του. Ο
πραματευτής
της απαντά πως
ενώ την αγόρασε
για ένα φιλί
την πουλάει για
δύο. Εκείνη του
ορίζει μία
συνάντηση στην
«Ώρια τη σπηλιά».
Ο πραματευτής
αποσταμένος
και μέσα στο
καταμεσήμερο,
αποκοιμιέται
περιμένοντάς
την. Στον ύπνο
του οι νεράιδες
της σπηλιάς του
παίρνουν τα
λογικά γιατί
αυτό το ένα
φιλί που του
είχε κοστίσει η
όμορφη ζώνη του
ήταν της
αρραβωνιαστικιάς
του, που στη
συναλλαγή του
με τη χήρα είχε
ολότελα
ξεχάσει.