Η Μουσική του Μανώλη Καλομοίρη στη Σκηνή

Του Φίλιππου Τσαλαχούρη

Ο Μανώλης Καλομοίρης από το 1906 που ολοκλήρωσε τις μουσικές του σπουδές στη Βιέννη εγκαταστάθηκε στο Χάρκοβο της Ρωσίας μαζί με τη σύντροφό του και επίσης μουσικό Χαρίκλεια. Στις 11 Ιουνίου 1908 οργάνωσε την πρώτη συναυλία αποκλειστικά με δικά του έργα στη Αθήνα. ‘Ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός για την Ελληνική μουσική αφού  θεωρείτε η πρώτη επίσημη συναυλία της λεγόμενης Εθνικής Μουσικής σχολής ενώ το συνοδευτικό κείμενο του Καλομοίρη στο πρόγραμμα χαρακτηρίζεται ως το μανιφέστο της.

Όντας ακόμη στο Χάρκοβο έλαβε μία επιστολή - πρόσκληση από τον Γρηγόριο Ξενόπουλο για να γράψει μουσική για  ένα νέο του θεατρικό έργο. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε αποφασίσει πως ο Καλομοίρης ήταν ο καταλληλότερος για να συνθέσει μουσική υπόκρουση για τον πρόλογο όπως τον είχε φανταστεί. Υπάρχει επίσης και η εκδοχή το πρώτο γράμμα, σχετικά με το θέμα της ανάθεσης αυτής, να το έλαβε ο Καλομοίρης από τον Παλαμά με τον οποίο αλληλογραφούσε συστηματικά. Αναφέρετε επίσης και η πληροφορία πως ο Καλομοίρης είχε δείξει ενδιαφέρον να γράψει μουσική για την Στέλλα Βιολάντη πριν ακόμη ο Ξενόπουλος μεταγράψει το διήγημά του σε θεατρικό έργο. Το βέβαιο είναι πως ο Καλομοίρης ενθουσιάστηκε με την ανάθεση και έγραψε στον συγγραφέα την παρακάτω επιστολή από το Χάρκοβο στις 19 Νοεμβρίου 1908:

«Αγαπητέ κ. Ξενόπουλε. Δέχομαι. Ένα καθάριο διαμάντι το διήγημά σου δουλεμένο σε μπριλλάντι από τον μεγάλο μας τον ποιητή. Κάτι θα πασκίσω κι εγώ να σου δουλέψω. Βέβαια δεν τολμώ να φαντασθώ πως η δουλειά μου θα είναι άξια της Στέλλας Βιολάντη, μα ελπίζω πως κάτι θα καθρεφτίζει από τον πόνο της και τα πάθια της (πάθια και πόνος Ρωμαίικα της Ρωμιοπούλας αφτηνής Ιζόλδης που μπορεί ίσια-ίσια , επειδής δεν αγάπησε Τριστάνο παρά ένα λιμοκοντόρο να μας πληγώνει πιο βαθιά την καρδιά).

 Λοιπόν θα τ’ αφήσω όλα και θ’ αρχίσω τη Στέλλα Βιολάντη δίχως να πολυσκοτίζομαι αν και πότε θα εκτελεστεί, ελπίζω όμως πως αυτό που μου ζητάς δηλ. ας πούμε, τον πρόλογο του έργου σου να σου τον έχω έτοιμο ίσια με τα τέλη τ’ Άη Βασίλη[1].

Τη δουλειά μου θα τη λάβεις έτοιμη για ορχήστρα, επειδής εγώ όταν γράφω κάτι για ορχήστρα το ρίχνω στο χαρτί από μιας αρχής για ορχήστρα. Θα σου στείλω κι ένα βόλεμα για πιάνο.

Έχω όμως το κακό να μεγαλοπιάνομαι στα έργα μου. Έτσι και τώρα μου πέρασε να βάλω μουσική και μπροστά από κάθε άλλη πράξη του δραμάτου σου, καθώς και όπου αλλού θα ήτονε αιστητικά δικαιολογημένη ( όπως έκανε ο Μπετχόβεν στον Έγκμοντ του Γκαίτε ή ο Μέντελσον στο Όνειρο θερινής νύχτας). Γι’ αυτό όμως θα μου ήταν αναγκαίο ένα διάβασμα του ίδιου του δραμάτου.

Μένω με ασπασμούς Δικός σου

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ

 

Η μουσική γράφτηκε στο Χάρκοβο και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αθήνα και στη Νέα Σκηνή, το«θεατράκι του Χρηστομάνου[2]», από τον θίασο Κοτοπούλη στις 10 Ιουνίου 1909[3], παρά δύο ημέρες ακριβώς ένα χρόνο μετά από την επεισοδιακή πρώτη συναυλία με τα γνωστά επεισόδια που προκάλεσε ο Καλομοίρης με την πίστη του στα ιδανικά της “δημοτικής”. Η επιτυχία της παράστασης[4] και του Καλομοίρη ήταν τέτοια που τον ακολούθησε για πολλά χρόνια αργότερα. Κυρίως όμως στάθηκε ένας ακόμη λόγος για να τον πείσει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Γράφει ο Ξενόπουλος στην Αυτοβιογραφία του:

«Είχαμε κι άφθονα ποσοστά, ο συνθέτης κι εγώ. Και θυμούμαι με συγκίνηση, πως την πρώτη φορά που, στο καμαρίνι της Μαρίκας, τού ‘δωσα  το μερτικό του, ο Καλομοίρης μου είπε «Είναι τα πρώτα χρήματα που κερδίζω από τη σύνθεσή μου. Θα μου φέρουν γούρι από το χέρι σου». Και του έφεραν. Πολλά εκέρδισε κατόπι από συνθέσεις του ο έξοχος Έλληνας Μουσικός. Αλλά με τη Στέλλα Βιολάντη στερεώθηκε η καλή του φήμη. Κι αυτή έγινε αιτία να ξανάρθει στην Αθήνα και να μείνει…»

 Έτσι ο Καλομοίρης είναι ένας ακόμη από τους έλληνες συνθέτες που ακολουθεί την παράδοση πως ο δρόμος της σύνθεσης στην Ελλάδα περνά πρώτα πάνω από το θεατρικό σανίδι.

Η Στέλλα Βιολάντη με τον περίφημο πρόλογο βασισμένο στο ποίημα του Παλαμά από το 1909 που γράφτηκε μέχρι το θάνατο του Καλομοίρη παίχτηκε δεκάδες φορές. Ο πρόλογος παρουσιαζόταν και σε συμφωνικές συναυλίες όπου συχνά σαν σολίστ μπροστά από την ορχήστρα διάβαζε η ίδια η Κοτοπούλη.

«Μια μικρή ορχήστρα[5] που την διεύθυνε ο ίδιος ο Καλομοίρης έπαιξε την εισαγωγή, βγήκε στο προσκήνιο μιά ηθοποιός – δεν θυμούμαι τώρα ποια[6] – που απάγγειλε το ποίημα του Παλαμά, κι άνοιξε η αυλαία για την πρώτη πράξη…» Έτσι περιγράφει τον πρόλογο από την πρεμιέρα του έργου ο ίδιος ο Ξενόπουλος. Αργότερα τον πρόλογο τον απάγγειλε η ίδια η Κοτοπούλη. «Μετά την επιτυχία της Φωτεινής Σάντρη ήταν πολύ φυσικό να μου ζητήσει κι η Μαρίκα Κοτοπούλη ένα δράμα με ηρωίδα κατάλληλη ν’ αναδείξει το μεγάλο της ταλέντο. Και την ηρωίδα αυτή δεν είχ’ ανάγκη να τη δημιουργήσω, υπήρχε, ήταν η Στέλλα Βιολάντη του Εσταυρωμένου Έρωτος που είχε υμνήσει ο Παλαμάς».

Αυτό το ποίημα ύμνος  στη Στέλλα Βιολάντη του Παλαμά, ήταν για τον Ξενόπουλο ένα μεγάλο δώρο που τον είχε συγκινήσει βαθιά. Είχε ζητήσει μάλιστα από τον Παλαμά να εκδώσει το ποίημα αυτό σαν πρόλογο στην επανέκδοση της νουβέλας του το 1903. Όταν αποφάσισε ο συγγραφέας την θεατρική διασκευή του έργου, το ποίημα του Παλαμά στάθηκε και πάλι η ιδανική εισαγωγή που με την μουσική του Καλομοίρη πέρασε στην ιστορία σαν αναπόσπαστο μέρος του όλου δράματος.

Στο πρόγραμμα της πρώτης παράστασης μεταξύ άλλων αναφέρει:  «Το ποίημα τούτο ο κ. Ξενόπουλος, δραματοποιών την Στέλλα Βιολάντη, ηθέλησε να το βάλη ως πρόλογον εις το δράμα, δια ν’απαγγελθή εις την αρχήν με υπόκρουσιν ορχήστρας και απετάθη προς τον κ. Μ.Καλομοίρην, τον συνθέτην, του οποίου τόσον εθαυμάσθησαν πέρυσι εις το Ωδείον αι Ελληνικαί συνθέσεις, παρακαλών αυτόν να γράψει την κατάλληλον μουσικήν. Ο κ. Καλομοίρης εδέχθη προθύμως, και εκτός του μελοδράματος δια το ποίημα του κ. Παλαμά, έγραψε και εισαγωγήν εις κάθε πράξιν του δράματος, και intermezzo[7] δια την τρίτην (την στιγμήν που εμφανίζεται η Στέλλα δια ν’ αποθάνη επί της σκηνής). Τελεία ορχήστρα θα εκτελέση την μουσικήν του κ. Καλομοίρη, υπό την επιστασίαν του ιδίου»  και η Κα Στέλλα Γαλάνη της Νέας Σκηνής, προ της άρσεως της αυλαίας θαπαγγείλη το ποίημα του κ. Παλαμά».

Ακολουθούν σκέψεις του Καλομοίρη για τη μουσική του προλόγου όπου μεταξύ άλλων αναφέρει πως προσπάθησε να αποδώσει «..την λυρικήν συγκίνησιν η οποία ευρίσκεται μέσα εις το ποίημα του Παλαμά. Αλλά και η μορφή της Ηρωίδος βαθύτατα εχαράχθη εις την ψυχήν του και πολλάκις αυτή αποκλειστικώς είλκυσε την μουσικήν του τέχνην. Εν γένει η σύνθεσης πλέκεται γύρω εις τα πρόσωπα του δράματος και παρακολουθεί τα πάθη των πιστώς».

Το κομμάτι αυτό στάθηκε κατά τη γνώμη μου το καλούπι για τη σύνθεση από τον Καλομοίρη άλλων τριών έργων για απαγγελία και ορχήστρα: Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι (1937 ) / Στης τραγουδίστρας τέχνης τα παλάτια (1943-46) και Η καταστροφή των Ψαρών (1949;). Μεγάλο όμως αφηγηματικό μέρος έχει και το έργο Από τη ζωή και τους καημούς του Καπετάν Λύρα (1941-1957), ενώ η Τρίτη Συμφωνία, «Παλαμική» (1955) έχει και στα τέσσερα μέρη ως άξονα τη φωνή ενός αφηγητή.

Στο αρχείο του Συλλόγου «Μ. Καλομοίρης» υπάρχουν εννέα αυτόγραφα[8] του συνθέτη, πολλές πάρτες και αρκετές παρτιτούρες – μεταγραφές για την μουσική αυτή. Ανάλογα προφανώς με τα οικονομικά του κάθε ανεβάσματος ο Καλομοίρης ή και άλλοι όπως ο Σκουλούδης, έκαναν τις απαραίτητες μεταγραφές για μικρότερα σύνολα[9]. Έτσι από την συμφωνική ορχήστρα μέχρι το ντουέτο για πιάνο και βιολί καταλαβαίνει εύκολα κανείς τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το ελληνικό θέατρο. Με πλήρη, μεγάλη ορχήστρα το έργο δώθηκε μάλλον για πρώτη φορά το 1911[10].

Η μουσική αυτή σώζεται πλήρης αλλά σε κομμάτια από τις μεταγραφές της. Η συμφωνική εκδοχή π.χ. δεν έχει όλες τις παρεμβολές και τα ιντερμέδια.

Για λογαριασμό του Δη.Πε.Θε Ιωαννίνων[11] το 1995 έγινε μία καινούργια παρτιτούρα της απλούστερης εκδοχής για πιάνο και βιολί. Την ίδια αυτή εκδοχή είχε επιλέξει και ζητήσει ο Γιάννης Τσαρούχης για ένα ανέβασμα του έργου στο Μαρούσι το 1988, μόνο που τότε ο Νίκος Βασιλείου που είχε αναλάβει το δύσκολο έργο της αποκατάστασης και της εκτέλεσης δεν είχε ακόμη στη διάθεσή του όλα τα σωζόμενα χειρόγραφα. Αντίθετα η παρτιτούρα που εκπονήθηκε από το Σύλλογο το 1995 είναι πληρέστερη.

Από καθαρά μουσικής πλευράς παρουσιάζει ενδιαφέρον η μουσική πρόταση του Καλομοίρη που δεν αρκείται στη σύνθεση εισαγωγών και καπιαμέντων. Τα δραματικότερα κομμάτια είναι αυτά που συνέθεσε για να υπογραμμίσει ξεσπάσματα μέσα στη σκηνή όπως η κραυγή της Στέλλας «δεν με χωράει πιά το σπίτι του πατέρα μου» , το γράμμα ή η περίφημη άνοδος της σκάλας[12].

Όλη η μουσική έχει ένα βαρύ, ρομαντικό, δραματικό χαρακτήρα[13] με έντονο ελληνικό χρώμα, γνήσια Καλομοιρικό[14] θα έλεγα, που ξαφνιάζει για Ξενόπουλο. Έχουμε ίσως συνηθίσει τα έργα αυτά να τα συνοδεύουμε με μουσικές που είναι ποιο κοντά στην επτανησιακή παράδοση, καντσονέτες ένα μελαγχολικό βαλσάκι, το γεγονός όμως πως ο ίδιος ο Ξενόπουλος επέλεξε τότε αυτή τη μουσική δηλώνοντας μάλιστα πως ξεπέρασε κάθε του προσδοκία είναι ίσως μία αφορμή για μία αισθητική αναθεώρηση κάποιων δεδομένων στην γενικότερη αισθητική του Ξενόπουλου. Θυμίζω τη φράση από το πρόγραμμα της πρώτης παράστασης: «, τον συνθέτην, του οποίου τόσον εθαυμάσθησαν πέρυσι εις το Ωδείον αι Ελληνικαί συνθέσεις, παρακαλών αυτόν να γράψει την κατάλληλον μουσικήν

Η σημασία που είχε η μουσική για το έργο φαίνεται και από ένα δίστιχο που έγραψε ο ίδιος ο Ξενόπουλος για την επιθεώρηση Παναθήναια του 1908. Το διάβασε ο Μήτσος Μυράτ[15], την παραμονή της πρεμιέρας της Στέλλας Βιολάντη.

Ο κύριος Ξενόπουλος /Μετά τη Φωτεινή /Κι άλλη κοπέλα σκότωσε /Κι αυτή Ζακυνθινή

Στέλλα Βιολάντη λέγεται /Δράμα με μουσική /Που αύριο το παίζουμε /Εδώ στη Νέα Σκηνή

…ενώ στην έκδοση του έργου αναφέρονται οι δύο πρώτες εκτελέσεις ως εξής:

  Πρωτοπαίχθηκε ‘ς τας Πάτρας ς’ το Δημοτικό Θέατρο «Απόλλων», το Σάββατο 10 Ιανουαρίου 1909[16] από το θίασο της κ. Κυβέλης Αδριανού[17]

Πρωτοπαίχθηκε ‘ς τας Αθήνας με την μουσική του κ. Καλομοίρη, ‘ς τη «Νέα Σκηνή», την Τετάρτη, 10 Ιουνίου 1909, από τον θίασο της κ. Μαρίκας Κοτοπούλη.

Το 1911 ο Γρ. Ξενόπουλος και η Κυβέλη εμπιστεύθηκαν τον Καλομοίρη για το Ψυχοσάββατο. Η πρώτη του έργου όπως μας πληροφορεί ο Φ. Ανωγειανάκης δόθηκε στις 13 Ιουνίου 1911 στο θέατρο Κυβέλης από το θίασο Κυβέλης. Κ κριτική δεν αναφέρει τίποτε για την μουσική. Ο ίδιος ο Ξενόπουλος σε ένα τιμητικό τεύχος που βγήκε το 1925 στην επέτειο των τριάντα θεατρικών του χρόνων, γράφει: «Το ιντερμέτζο που χωρίζει σε δύο τη μεγάλη αυτή πράξη (Το Ψυχοσάββατο είναι ένα μεγάλο μονόπρακτο) είναι ο χορός των Ψυχών με την Ομορφιά, την πεθαμένη που γι’ αυτήν γίνεται το μνημόσυνο κορυφαία. Ο κ. Καλομοίρης έχει γράψει μιά ωραία μουσική για το χορό αυτό».

Η παρτιτούρα για το έργο αυτό δεν βρέθηκε στα σωζόμενα χειρόγραφα του συνθέτη.

Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Ιουλίου 1911, στο Θέατρο Αθήναιον και από το θίασο Κ. Μουστάκα ανεβαίνει με μουσική του Καλομοίρη το έργο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη Η Πάργα[18]. Δεν σώζεται τίποτε από τη μουσική αυτή.  

Ο Φοίβος Ανωγειανάκης στον κατάλογό του επικαλείται τον ιστορικό του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Στα χορωδιακά τραγούδια του Καλομοίρη υπάρχει το τραγούδι Η έξοδος των Παργίων για μονόφωνη χορωδία και πιάνο σε ποίηση Σπυρίδωνος Περεσιάδη που για πρώτη φορά εκδόθηκε το 1914 από το Ωδείο Αθηνών. Από ότι φαίνεται το τραγούδι αυτό ίσως είναι το μόνο απόσπασμα που έχει σωθεί από τη μουσική αυτή.

Μεγαλύτερη απώλεια είναι για τους μελετητές του Καλομοιρικού έργου η μουσική που συνέθεσε για τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ.

Και πάλι ο Γιάννης Σιδέρης μας πληροφόρησε πως  πρώτη παράσταση έγινε στις 19 Νοεμβρίου του 1926 από τον Θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη[19] στο θέατρό της.

Το γεγονός που καθιστά μεγάλη την απώλεια αυτής της παρτιτούρας είναι πως η μουσική του Καλομοίρη ήταν τόσο στενά δεμένη με τον νεοελληνικό λόγο που οι περιπτώσεις που εμπνεύσθηκε από ξένο ποιητή ή συγγραφέα είναι ελάχιστες και συγκεκριμένα μόλις τέσσερις: Το τραγούδι Αγαπιόνταν κι οι δυό τους (1902) παράφραση στο ομώνυμο ποίημα του Χάινε, που έγραψε στα γερμανικά και μετέφρασε στα ελληνικά ο ίδιος όταν ήταν φοιτητής στη Βιέννη, η μουσική του Μάκβεθ (1926) που έχει χαθεί, το τρίτο μέρος της Δεύτερης Συμφωνίας Των Ανίδεων και των Καλών Ανθρώπων (1931)  με τον τίτλο η Γριά Βαβάμ, τραγούδι βασισμένο σε ένα ποίημα του Ζαν Ρισπέν σε ιδιοματικά Γαλλικά που μετέφρασε - και αυτό μελοποίησε ο Καλομοίρης - στα ρουμελιώτικα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και βέβαια η τέταρτή του όπερα Τα Ξωτικά Νερά που είναι βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γιέιτς .

Πως να ήταν άραγε η μουσική του Μάκβεθ;

Στις 9 Μαΐου 1932 στο Θέατρο Κεντρικό ο Θίασος Μαρίκας – Κυβέλης κάνει πρεμιέρα με τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας του Δ. Κορομηλά. Από την παρτιτούρα αυτή έχουμε στα χέρια μας μία σελίδα[20] με ένα κομμάτι ολοκληρωμένο για πέντε όργανα (φλάουτο, αγγλικό κόρνο, κλαρίνο, βιόλα, τσέλο) το οποίο αντιστοιχεί στο σημείο που η κυρά Στάθαινα λεει το πασίγνωστο «Αλίμονο στα πάθη μου, κανείς να μη τα πάθει…». Το παράξενο είναι πως υπάρχουν και οι πάρτες αυτού του κομματιού. Μήπως ήταν ένα κομμάτι που προστέθηκε αργότερα ή που παραλήφθηκε και γι’ αυτή του την ιδιαιτερότητα σώθηκε; Στην πάνω δεξιά άκρη της σελίδας γράφει «Ν’ αντιγραφεί από εν μέρος χωριστά[21]. Να είναι έτοιμο αύριο το μεσημέρι και να τα φέρεις εις το ωδείον». Η υπόδειξη αυτή προς τον αντιγραφέα δείχνει  βιασύνη που ενισχύει την πρώτη εκδοχή. Το συγκεκριμένο κομμάτι όμως έχει κάτι το ξεχωριστό. Είναι ένα Lento το οποίο συνοδεύει δώδεκα στίχους της κυρά Στάθαινας. Το κείμενο είναι έτσι χωρισμένο ώστε να απαγγέλλεται στα τρία σημεία που η μουσική σβήνει σε έναν ισοκράτη - πιτσικάτο του τσέλου. Ανάμεσα στα σημεία αυτά το θέμα της μουσικής είναι εκτενές, (σόλο C. Anglais, σόλο Flauto ) πράγμα που δηλώνει κάποια κίνηση στη σκηνή, σαν να είναι του κειμένου οι παύσεις σκηνοθετημένες μουσικά. Μήπως πλατείαζε και για το λόγο αυτό τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε;

Πριν από μερικά χρόνια μετέδωσε το Ραδιόφωνο μία ηχογραφημένη παράσταση του Αγαπητικού από τα αρχεία του ΕΙΡ. Στην καταχώρηση που είχε στο Ραδιοπρόγραμμα ανέφερε πως η μουσική ήταν του Μ. Καλομοίρη. Περίμενα με αγωνία να την ακούσω. Με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα πως στην ηχογράφηση αυτή τα μουσικά αποσπάσματα με τα οποία είχε επενδυθεί το έργο ήταν από διάφορα έργα του Καλομοίρη και κυρίως από το Δαχτυλίδι της Μάνας. Μου είχε κάνει εντύπωση χαρακτηριστικά το θέμα της Κατάρας από το Δαχτυλίδι ή του θανάτου ενώ υπήρχε και το γλέντι από τον Πρωτομάστορα. Η Ραδιοφωνική αυτή παραγωγή θα πρέπει να έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 50 που Καλομοίρης ζούσε. Συνεπώς θα πρέπει να έγιναν με την συγκατάθεσή του αυτές οι επιλογές.

  Ένα σημαντικό κεφάλαιο στη σχέση του Καλομοίρη με τη σκηνή είναι βέβαια και οι πέντε του όπερες τρείς από τις οποίες είναι βασισμένες σε ομώνυμα θεατρικά έργα. Ο Καλομοίρης συνέθεσε περισσότερες όπερες από κάθε άλλο συνθέτη της γενιάς του. Οι αναφορές μου θα είναι επιγραμματικές με μικρή έμφαση στα θέματα θεατρικού ενδιαφέροντος.

Η πρώτη του όπερα είναι ο ιστορικός Πρωτομάστορας που ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1915 και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 1916 από τον Ελληνικό Μουσικό Θίασο που διηύθυνε ο Απ. Κονταράτος στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Καλομοίρης[22] ενώ την σκηνοθεσία είχε υπογράψει ο Μιλτιάδης Λιδωρίκης[23].

Η όπερα  είναι βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη[24] που γράφτηκε το 1908. Είχε πάρει το βραβείο στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα του 1910 που είχε υποβληθεί όπως αναφέρεται στην έκθεση της Κριτικής Επιτροπής και πρωτοτυπώθηκε την ίδια εκείνη χρονιά στο Περιοδικό «Παναθήναια».

Τον πεζό θεατρικό ποιητικό λόγο του Καζαντζάκη ο Καλομοίρης δεν μπορούσε να τον μελοποιήσει και αναγκάστηκε να φτιάξει ο ίδιος το λιμπρέτο. Ζήτησε και τη βοήθεια των Ν. Ποριώτη, Άγνη Ορφικού[25], και την Μυρτιώτισσας[26] για ορισμένα σημεία του έργου. Ο ίδιος ο Καλομοίρης είχε γράψει και ένα ακόμη λιμπρέτο βασισμένο στο δημοτικό ποίημα παραλογή Ο Μαυριανός κι ο Βασιλιάς που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ως όπερα[27]. Το κείμενο υπάρχει στο αρχείο ολοκληρωμένο σε ένα μαύρο τετράδιο.

Τον Πρωτομάστορα ο Καλομοίρης επανεπεξεργάστηκε δύο φορές: το 1929 και το 1942 όπου και πήρε την τελική του μορφή. Φαίνεται πως τον Καλομοίρη προβλημάτιζε η θεατρική, σκηνική πλευρά του έργου. Στην πρώτη του μορφή το έργο ήταν χωρισμένο σε τρείς πράξεις με ένα ιντερμέδιο μεταξύ δεύτερης και τρίτης. Στις δύο επόμενες γραφές το έργο χωρίστηκες σε δύο πράξεις και ένα ιντερμέδιο ανάμεσά τους.

Το δαχτυλίδι της Μάνας ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1917[28]. Η πρεμιέρα του δόθηκε και πάλι στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, στις 8 Δεκεμβρίου 1917, αυτή τη φορά από το Νέο Μουσικό Θίασο της Έλλης Αφεντάκη. Ο Καλομοίρης κρατούσε και πάλι την μπαγκέτα μπροστά στην ορχήστρα. Στο τυπωμένο σπαρτίτο του 1938 αναφέρει πως την σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο Σπύρος Τριχάς. Το πρόγραμμα όμως της πρεμιέρας του Δαχτυλιδιού δεν αναφέρει τίποτε σχετικά. Ο Φοίβος Ανωγειανάκης στον κατάλογο του των έργων Καλομοίρη και στην σημείωση 9, μας πληροφορεί πως ο Σπύρος Τριχάς ήταν ένας γνωστός ηθοποιός της εποχής. Μήπως απλώς βοήθησε στην παράσταση και ο Καλομοίρης στην έκδοση του ‘37 αποφάσισε να τον αναφέρει;

Το Δαχτυλίδι είναι μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού μελοδράματος με φανατικούς θαυμαστές τότε και τώρα. Βάση για την σύνθεσή του αποτέλεσε το ομώνυμο θεατρικό  του Γ. Καμπύση (1872 – 1902) το οποίο μετέτρεψε σε λιμπρέτο ο Γιώργος Στεφόπουλος και πάλι όμως με το συμβολικό ψευδώνυμο Άγνης Ορφικός.

Ο Καλομοίρης αναφέρει με κάθε ευκαιρία, τόσο σε προγράμματα όσο και στο τυπωμένο σπαρτίτο πως στη σκηνική οικονομία του έργου βοήθησε ο Παντελής Χορν. Είναι γνωστή η φιλία που είχαν ο Καλομοίρης με τον Χορν. «Βάλθηκα αμέσως στη δουλειά για τη θεατρική διασκευή – γράφει ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης- Δυό καλοί φίλοι με βοηθήσανε στη σκηνική και στιχοπλαστική μετατροπή του έργου σε μουσικό δράμα. Ο Παντελής Χορν στη σκηνική οικονομία, ο ποιητής Γ.Σ. που κρύβεται τόσο μετριόφρονα κάτω από το ψευδώνυμο του Άγνη Ορφικού, με την υπέροχη στιχουργία του. Έτσι το λιμπρέτο ήτανε έτοιμο μέσα σε ένα μήνα και αμέσως βάλθηκα στη μουσική του σύνθεση με εξαιρετική διάθεση και το έργο μέσα σε λιγότερο από ενάμισυ χρόνο ήτανε έτοιμο το Σεπτέμβριο του 1917».

Στα πρώτα χρόνια της παραμονής του συνθέτη στην Αθήνα ο Π. Χορν ήταν από τους μόνιμους θαμώνες του καλομοιρέϊκου. Τα παιδιά τους, ο άτυχος Γιαννάκης και ο Γιάννης, ήταν φίλοι και συμμαθητές, την ήμερα μάλιστα του φοβερού εγκλήματος ο Γιαννάκης ήταν μαζί με τον Γιάννη όπως διηγείται η κόρη του Καλομοίρη Κρινώ.

Το θεατρικό έργο του Καμπύση σε γενικές γραμμές ακολουθήθηκε πιστά. Προστέθηκαν για λόγους καθαρά μουσικούς κάποια μέρη όπως το Νανούρισμα στο τέλος της πρώτης πράξης, ο χορός των Νεράιδων στη δεύτερη πράξη κ.α.

Δεν είναι θέμα της ομιλίας μου οι συγκρίσεις αυτές…

Το Δαχτυλίδι είναι μία έκρηξη λυρισμού. Ο Καλομοίρης αναφέρει μάλιστα πως «Μέσα στον πόλεμο και την κοινωνική διαίρεση δεν μπορούσε ένα έργο τόσο ξένο προς κάθε μίσος και προς κάθε ταραχή να αναπνεύσει στην ανήσυχη και ταραγμένη ατμόσφαιρα του καιρού εκείνου». Τα «μάγια έσπασαν» μόλις το 1933[29]…ας μην μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες…

Ακολούθησαν 28 χρόνια μέχρι ο Καλομοίρης να καταπιαστεί ξανά με την όπερα. Ο ίδιος αναφέρει κάπου πως ήταν τόσα τα προβλήματα που αντιμετώπισε που είχε απογοητευθεί. Στα χρόνια όμως που μεσολάβησαν μέχρι τη σύνθεση της Ανατολής έγιναν πολλά ανεβάσματα[30] τόσο του Πρωτομάστορα όσο και του Δαχτυλιδιού ενώ ο ίδιος ο Καλομοίρης ίδρυσε και ηγήθηκε ενός μελοδραματικού θιάσου που ανέβασε πολλά λυρικά έργα όχι μόνον στην Αθήνα αλλά και στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο.

Το ανέβασμα του Δαχτυλιδιού του 1928 στην Αθήνα, σκηνοθέτησε ο νεαρότατος Δημήτρης Ροντήρης ο οποίος εξακολούθησε να σκηνοθετεί το έργο μέχρι τη δεκαετία του ‘50. Στο σπίτι του συνθέτη στο Φάληρο υπάρχει ένα άλμπουμ με σειρά φωτογραφιών από παράσταση του Δαχτυλιδιού στην Εθνική Λυρική Σκηνή[31] το οποίο στο εξώφυλλο αναγράφει σκηνοθεσία Ροντήρη. Το 1930 ο Ροντήρης σκηνοθέτησε και τον Πρωτομάστορα. Υπάρχει δε καταγεγραμμένο το γεγονός πως ο Δ. Μητρόπουλος που διηύθυνε την ορχήστρα, βλέποντας τον νεαρότατο Ροντήρη να σκηνοθετεί, διέκρινε το ταλέντο του και εγκαταλείποντας την πρόβα αμέσως μετά τη σκηνή της κατάρρευσης του γεφυριού -αφήνοντας έκπληκτους τους μουσικούς- πήγε στην Ακαδημία να κάνει αίτηση χορήγησης υποτροφίας στον νεαρό ταλαντούχο σκηνοθέτη. Τέλος δεν μπορώ να παραλείψω πως η Κατίνα Παξινού τραγούδησε τη Μάνα.  Στο τυπωμένο σπαρτίτο και στη σελίδα με τις αναφορές στους συντελεστές των μέχρι τότε παραστάσεων, αναφέρει την Παξινού με την χρονολογία 1920. Το ’20 όμως δεν δόθηκε παράσταση του Δαχτυλιδιού. Μάλλον θα εννοεί την παράσταση του 1928 που σκηνοθέτησε ο Ροντήρης.

Η Ανατολή είναι ένα παραμύθι του Καμπύση πάνω στο οποίο όπως αναφέρει ο συνθέτης στο πλήρη τίτλο του έργου, έκανε μία ελεύθερη διασκευή. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1945 και πρωτοπαρουσιάστηκε από την νεοϊδρυθείσα Εθνική Λυρική Σκηνή στις 18 Δεκεμβρίου 1945. Την ορχήστρα διηύθυνε ο Λεωνίδας Ζώρας ενώ τη σκηνοθεσία είχε κάνει Ρενάτο Μόρντο. Το έργο ήταν πολύ τολμηρό μουσικά, και δεν είχε καθόλου επιτυχία. Τα μέρη τ