This page contains Greek.
Η μουσική μορφή
της Συμφωνίας της Λεβεντιάς.
του Νίκου Χριστοδούλου
Το πρώτο μέρος έχει μορφή σονάτας με
τρεις θεματικές ομάδες. Ο Καλομοίρης χρησιμοποιεί την παραδοσιακή μορφή με
ιδιαίτερη μαστοριά: οι διάφορες φάσεις της μορφικής εξέλιξης (έκθεση του
θεματικού υλικού, ανάπτυξη, επανέκθεση, κόντα) χάνουν τα σαφή τους όρια. Το
καθ’ αυτό αναπτυξιακό τμήμα είναι σημαντικά περιορισμένο, γιατί η ανάπτυξη και
ο συνδυασμός των ιδεών έχουν ήδη αρχίσει στην έκθεση. Κατά τον ίδια τρόπο οι
πρώτες νύξεις της κόντα, (που στηρίζεται σε μια «λυτρωτική» παραλλαγή του κεντρικού
θέματος στο μείζονα τρόπο) διεισδύουν στην επανέκθεση. Ο Καλομοίρης, όπως και
σ’ όλη τη συμφωνία, πλέκει τα θέματά του με μοναδική προσωπική τεχνική, με
πολλαπλές αντιστίξεις και μιμήσεις, μεγεθύνσεις, σμικρύνσεις, αναστροφές και
παραλλαγές κάθε είδους.
Προσωπική ιδιαίτερα είναι και η
πλούσια αρμονική του γλώσσα: ενδεικτικά αναφέρουμε την διτονικότητα στην αρχή
της επανέκθεσης, όπου το θέμα, στα χάλκινα, είναι στη ντο δίεση ελάσσονα και
συγκρούεται με τη συγχορδία ντο μείζονα των εγχόρδων. Όπως και σ’ άλλα του
έργα, (Τρίο, Παλαμική Συμφωνία κ.ά.) ο συνθέτης κλείνει το μέρος αυτό
προσθέτοντας στη συγχορδία της τονικής μια ξένη νότα (το ρε, στα τρομπόνια και
τα έγχορδα). Ωστόσο, πέρ’ απ’ τη συμβολική σημασία της διαφωνίας αυτής, η όλη
συνήχηση δεν αποτελεί παρά κάθετο ανάπτυγμα της αρχής του κεντρικού θέματος και
επισφραγίζει έτσι τη δομική ενότητα του όλου μέρους.
Το βαθύ και στοχαστικό δεύτερο μέρος
έχει ελεύθερη τριμερή μορφή. Το όμποε ντ’ αμόρε τραγουδάει αρχικά το πρώτο
θέμα. Ύστερα από μια σύντομη επεξεργασία του, εμφανίζεται εξελικτικά μια μικρή,
δευτερεύουσα ιδέα, καμωμένη από δυο μοτίβα της πρώτης, η οποία, με συνεχή
επανάληψη, σαν οστινάτο, είτε στις επάνω φωνές είτε στο μπάσο, οδηγεί τελικά σ’
ένα συγκλονιστικό κορύφωμα, όπου τα χάλκινα ξαναφέρνουν το κύριο θέμα της
συμφωνίας. Όλο το μεσαίο τμήμα του δεύτερου μέρους είναι χτισμένο με βάση το
θέμα αυτό. Πριν από την καθ’ αυτό επανέκθεση σε μια ατμόσφαιρα ονειρική ο
Καλομοίρης συνδυάζει ταυτόχρονα τα δυο θέματα: το πρώτο, σε ελεύθερη μελωδική
ανάπτυξη είναι δοσμένο στα βιολιά, ενώ το δεύτερο, η idee-fixe του έργου, στο όμποε και ύστερα στο
σαξόφωνο.
Το Σκέρτσο – Γλέντι και ιδίως το
«Τρίο», που αποτελεί το μεσαίο τμήμα, χαρακτηρίζονται απ’ τις συχνές ρυθμικές
εναλλαγές. Ο χορός ξεκινάει ορμητικός και γιορταστικός, υποχωρεί, γίνεται
μελαγχολικός και ήρεμος, ξαναρχίζει, ξεφαντώνει και πάλι ξαναπέφτει κι ύστερα
από πολλά τέτοια γυρίσματα φτάνει στο τέλος σ’ ένα δαιμονικό κορύφωμα.
Στην εισαγωγή του τελευταίου μέρους
ο Καλομοίρης ξαναφέρνει θριαμβευτικά το κύριο θέμα της συμφωνίας. Ο ύμνος
αναδύεται αρχικά από τα χαμηλά έγχορδα και πνευστά μέσ’ από την βαθιά αντήχηση
του ταμ-ταμ. Η πρώτη επεξεργασία του ύμνου γίνεται από την ορχήστρα. Στο τέλος
της εμφανίζεται πάλι το κεντρικό θέμα του έργου. Στη συνέχεια η χορωδία, σε
ταυτοφωνία, εισάγει μεγαλόπρεπα κι επιβλητικά τη Βυζαντινή μελωδία με μια απλή
γραμμική συνοδεία στα έγχορδα, για να παραχωρήσει αργότερα και πάλι τη θέση της
στην ορχήστρα. Η τρίτη εμφάνιση του ύμνου, αντίθετα, γίνεται σε μυστική ιερατική
ατμόσφαιρα μόνο από τη χορωδία, σε πιανίσιμο, με λιτή ορχηστρική βοήθεια. Η
τέταρτη επεξεργασία είναι η πιο σύνθετη και αντιστικτική. Αρχίζει μ’ ένα
αποφασιστικό φουγκάτο, ξαναγυρνά πάλι στη μυστική, ομοφωνική ατμόσφαιρα και
κορυφώνεται αντιστικτικά στον τελευταίο στίχο του τροπαρίου (ίνα κράζω σοι)
οδηγώντας και πάλι στο κεντρικό θέμα της συμφωνίας. Με το θέμα αυτό δένεται ο
ύμνος στην τελευταία, πανηγυρική του εμφάνιση. Η επεξεργασία του καταλήγει σε
τελετουργική και ηχητική αποθέωση, με τις φωνές στα ακραία τους όρια ύψους και
το κεντρικό θέμα στην τελική του επισφράγιση.
(Από το πρόγραμμα συναυλίας της
Ορχήστρας PHILHARMONIA στη Θεσσαλονίκη το 1985.)