Κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη μουσική του Μανώλη Καλομοίρη και τη
σημασία της για μας σήμερα.
Πρέπει να ομολογήσω ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση
των σπουδών μου στη Ρωσσία, λίγα πράγματα ήξερα για τη μουσική του Καλομοίρη.
Διαπίστωσα δε προς έκπληξή μου ότι το ίδιο περίπου συνέβαινε με αρκετούς
από τους συναδέλφους μου μουσικούς και καθηγητές μουσικής. Σε αρκετές δε
περιπτώσεις η μουσική του αντιμετωπιζόταν με κάποια προκατάληψη, που οδηγούσε
σε απροθυμία ως προς τη γωριμία και τη μελέτη της. Έχοντας γνωρίσει το
σεβασμό, την αγάπη και τη μέριμνα των ρώσων απέναντι στη μουσική τους κληρονομιά,αισθάνθηκα
άσχημα που δεν συνέβαινε και στον τόπο μας το ίδιο.
Γνωρίζοντας κατόπιν προσωπικά τη μουσική του Καλομοίρη και ιδιαίερα τη συμφωνική από τις ηχογραφήσεις του Β. Φιδετζή και ανακαλύπτοντας τη σημασία της για τη μουσική ζωή του τόπου μέσα από τη μουσικολογική μου έρευνα, κατάλαβα ότι μεγάλο μέρος της προκατάληψης είχε την αιτία του απλά στην άγνοια. Επιπλέον συνειδητοποίσα πόσα εμείς οι νεώτεροι χρωστούμε στην εργασία και την προσωπική πρωτοβουλία εκείνων των λίγων που ακάματα και χωρίς ουσιαστική υποστήριξη από την Πολιτεία μοχθούν για τη διάσωση του έργου του μεγάλου μας συνθέτη και για την διατήρησή του στην ιστορική μας μνήμη. Σας καταθέτω λοιπόν σύντομα κάποιες από τις σκέψεις που προέκυψαν από την προσωπική μου γνωριμία με το συμφωνικό έργο του Καλομοίρη, μια όχι πάντοτε γνωστή πλευρά του οποίου διασώζεται στον παρουσιαζόμενο σήμερα δίσκο ακτίνας.
Η συφωνική μουσική του Καλομοίρη αποτελεί ένα σπάνιο και γόνιμο πάντρεμα των κυρίων ρευμάτων της ευρωπαϊκής συμφωνικής παράδοσης με την δημοτική μας μουσική κληρονομιά. Στο επίπεδο της μουσικής μορφής ο Καλομοίρης κατορθώνει να συγκεράσει τον αρμονικό και ηχοχρωματικό πλούτο του ύστερου ρομαντισμού και τουγαλλικού μουσικού ιμπρεσσιονισμού με το μέλημα για μια μορφή σφιχτοδεμένη και καλοδουλεμένη, μέλημα πουεπικρατεί κυρίως στη γερμανική συμφωνική παράδοση. Αν συνυπολογήσουμε σε αυτά το καλομοιρικό αίτημα για μια καλλιτεχνικά πειστική συνύπαρξη των παραπάνω με το δημοτικό τραγούδι, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του συνθετικού μόχθου και προβληματισμού, μια αισθητικο-τεχνική διάσταση του καλομοιρικού έργου που πιστεύω ότι χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από τη μουσικολογική έρευνα. Συνάμα διέκρινα τρία ακόμα στοιχεία που συμβιώνουν και αλληλογονιμοποιούνται στο συμφωνικό έργο του Καλομοίρη: το ραψωδικό, η ελεύθερη δηλαδή ανάπτυξη της μορφής χάριν της έκφρασης στατικών κυρίως καταστάσεων, το αφηγηματικό ή επικό, όταν δηλαδή η μουσική δείχνει να εξιστορεί γεγονότα χωρίς βέβαια απλά να τα εικονογραφεί, και τέλος το δραματικό, το μέλημα δηλαδή για μια εσωτερική οργάνωση των επιμέρους μουσικών γεγονότων ενόψει ενός κύριου μουσικού γεγονότος που αποτελεί και την εκφραστική κορύφωση του κομματιού. Διαπιστώνουμε συνεπώς από τα παραπάνω πόσο σύνθετος είναι ο εσωτερικός προβληματισμός της καλομοιρικής μουσικής, αλλά και πόσα μπορούν οι νεώτεροι συνθέτες και μουσικολόγοι να διδαχθούν μέσ' από αυτόν, σε μια εποχή όπου η τυφλή αμφισβτηση των αξιών έχει οδηγήσει τη μουσική δημιουργία (και όχι μόνο) σε ένα πρωτοφανές φτώχεμα.
Κάτι που επίσης συνειδητοποίησα από τη συμφωνική μουσική του Καλομοίρη που γνώρισα, είναι ότι, παρά τα όσα συνήθως νομίζονται, ο συνθέτης ήταν απόλυα ενήμερος για τις σύγχρονές του εξελίξεις, γεγονός που αναδεικνύεται κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα στα έργα της μεσαίας δημιουργικής του περιόδου, εκπληκτικό δείγμα της οποίας είναι ο Πραματευτής. Ο Καλομοίρης είχε την ικανότητα να είναι επίκαιρος χωρίς να καταφεύγει σε ξένους προς το στόχο του νεωτερισμούς, αλλά και χωρίς να ζημιώνει στο ελάχιστο την ενότητα και εσωτερική συνοχή των μουσικών του δημιουργημάτων. Η στάση του απέναντι στις ακραίες εκφάνσεις του ευρωπαϊκού μουσικού μοντερνισμού υπήρξε συνεπής καθώς ήταν στάση γνώσης και όχι άγνοιας, ήταν στάση συνείδησης και όχι γνώμης.
Τελειώνοντας θα ήθελα να συγχαρώ τον παραγωγό και τους συντελεστές γι' αυτή την έξοχη δουλειά, η σημασία της οποίας είναι προφανής. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την ευχή η σύγχρονη γενιά μουσικολόγων που καταρτίζεται στα Τμήματα Μουσικών Σπουδών των Ελληνικών Πανεπιστημίων, με τη συμπαράσταση της πολιτείας και των θεσμοθετημένων φορέων διάσωσης του έργου του Καλομοίρη, να συμβάλει στην πραγματοποίηση μιας κριτικής έκδοσης Απάντων Μανώλη Καλομοίρη, απαραίτητη και ίσως μοναδική προϋπόθεση ώστε το έργο του «πρωτομάστορα» της Εθνικής μας Σχολής Μουσικής να περάσει άθικτο στις επόμενες γενιές και να γίνει πνευματικό κτήμα όλων.
Σας ευχαριστώ.